Διώχνε τη ζάρα που νύχτα, μπαμ! κράζει απάνω απ' τα σπίτια, μπαμ!
Στρίγγ' ἀποπομπεῖν ἀπὸ δόμων, μπαμ! μπαμ-μπαμ, μπαμ-μπαμ,μπαμ-μπαμπ ἀεί!
Διώχτηνα και απ' τα ταχύπλοα πλοία
Στρίγγ(α) ἀποπομπεῖν!
....
Ἄνδρ' ἀποπομπεῖν δεισιδαίμον-α!
καὶ γραώδεις μύθους πιστεύοντ-α!
μπού! χεστρίγκο άνθρωπε, χεστρί-χεστρί-χεστρίγκος εἶ!
Εγω στριγγώ για νά βρω ποντικό
που το τυρί σου τρώει!
Repel strix owl from house, sbam! bam-bam, bam-bam, bam-bamb forever!
Oust strix owl also from swift-crossing ships. Repel it. The owl Strix should be dismissed.
.....
ὄρνιν ἀνώνυμον/(ἀνωνύμιον)/(ἀνωνυμίαν), (στρίγγ') ὠκυπόρους ἐπὶ νῆας (ἐλαύνειν)
Τη στρίγγα να διώξουμε που βοά τη νύχτα, (τη νυχτοφύλακα, της νύχτας τη κουρούνα,)
τη στρίγγα μακριά απ' τους ανθρώπους
πουλί (κακόφημο/δυσώνυμο) ακατανόμαστο, διώξε πέρα τη στρίγγα στα γρήγορα πλοία
...Ζάρα που νύχτα μου στριγγάς απάνω από το χτήμα
α να χαθείς κακότυχο και να σε πάρ' το κύμα...
γλαῦξ ἵπταται καλός οιωνός ή ξεκουμπίστηκε;-)
αποσπασματικά έχουν διασωθεί και άλλοι παρόμοιοι απωθητικοί στίχοι
...Φεύγετε κανθαρίδες· λύκος ἄγριος ὕμμε διώκει...
λύκος εδώ είδος αράχνης ή καλιακούδας
....Φεῦγε, φεῦγε· κριθὴ σὲ διώκει....(το μάτιασμα)
...φεῦγε, φεῦγ', ἰοῦ χολὴ· ὁ κορύδαλλός σε ζητεῖ...
Θα μπορούσε να λέει και στρίγγ' ἀποτροπεῖν ή ἀποσοβεῖν
Το αποπέμπω ως αποτρέπω (apotropaic magic)
ἀλλὰ καὶ τῶν θεῶν τοὺς μὲν τῶν ἀγαθῶν αἰτίους ἡμῖν ὄντας Ὀλυμπίους προσαγορευομένους, τοὺς δ' ἐπὶ ταῖς συμφοραῖς καὶ ταῖς τιμωρίαις τεταγμένους δυσχερεστέρας τὰς ἐπωνυμίας ἔχοντας, καὶ τῶν μὲν καὶ τοὺς ἰδιώτας καὶ τὰς πόλεις καὶ νεὼς καὶ βωμοὺς ἱδρυμένους, τοὺς δ' οὔτ' ἐν ταῖς εὐχαῖς οὔτ' ἐν ταῖς θυσίαις τιμωμένους, ἀλλ' ἀποπομπὰς αὐτῶν ἡμᾶς ποιουμένους.
όπως και απ' τους θεούς όσοι μας είναι πρόξενοι αγαθών Ολύμπιους τους καλούμε, ενώ οι ταγμένοι σε συμφορές και τιμωρίες έχουν τις χειρότερες επωνυμίες, και για τους μεν ιδιωτικά και δημόσια ναοί και βωμοί ιδρύονται, ενώ οι άλλοι ούτε με προσευχές, ούτε με θυσίες τιμούνται, αλλ' εξορκισμούς εμείς τους κάνουμε. (Ισοκράτους Φίλιππος 117)
δειελινὴν τὴν δ' εἷλε κακὸς χλόος. ἦλθε δὲ νοῦσος, αἶγας ἐς ἀγριάδας τὴν ἀποπεμπόμεθα,
το δειλινό την έπιασε κακή χλωμάδα.
και ήρθε αρρώστεια που ξορκίζουμε στ' αγριοκάτσικα
(Καλλιμάχου Αίτια 3.1.12)
Μυθολογικά η στρίγα ερμηνεύτηκε ως στύξ (μισητή) με την παρακάτω ιστορία:
O Ιππόνους γιος του Τρίβαλλου από τη Θράκη παντρεύτηκε την Θράσσα, κόρη του Άρη και της νύμφης Τερείνης απ' τον Στρυμώνα. Έτσι γεννήθηκε η Πολυφόντη. Τούτη περιφρονώντας τα δώρα της Αφροδίτης ακολούθησε την Άρτεμη. Απ' τη ζήλεια της η θεά του Έρωτα της ενέπνευσε πόθο για μια αρκούδα. Οργισμένη η παρθένα θεά με το το ολίσθημα της ακολούθου της, πρόσταξε τα ζώα του δάσους να την κατασπαράξουν. Εκείνη όμως διέφυγε στου πατέρα της και γέννησε δύο αγόρια, τον Άγριο και τον Όρειο. Μεγαλώνοντας οι νέοι άρχισαν να καταβροχθίζουν περαστικούς. Μάνισε ο Δίας και έστειλε τον Ερμή να τους ξεπαστρέψει. Τους λυπήθηκε τότε ο παππούς Άρης και τους μεταμόρφωσε σε πουλιά....τον Όρειο, λαγόποδα, τον Άγριο, γύπα, την υπηρέτρια τους, δρυοκολάπτη.
καὶ ἐγένετο Πολυφόντη μὲν στὺξ φθεγγομένη νυκτὸς ἄτερ σίτου καὶ πότου, τὴν κεφαλὴν ἴσχουσα κάτω, τοὺς δὲ πόδας ἄκρους ἄνω, πολέμου καὶ στάσεως ἀνθρώποις ἄγγελος.
(Μεταμορφώσεων Συναγωγή 21 Αντωνίνου Λιμπεράλις που αντλεί απ' τη χαμένη Ορνιθογονία του Βοίου)
Συγκεντρωτικά το πουλί αναφέρεται με τα παρακάτω παρεμφερή ονόματα:
(Φίξ ήταν η Σφίγξ στα βοιωτικά, κακοδαίμονο φτερωτό ον και αυτό)
Για τους Λατίνους υπάρχει μία λέξη Strix-igis και πολλή μυθολογία. Ο Οβίδιος αμφιβάλλει αν οι στρίγγες ήταν πουλιά ή μάγισσες μεταμορφωμένες που τσιμπούν τα σωθικά των αφρόντιστων παιδιών...είναι αδηφάγες, με μεγάλο κεφάλι, βλοσυρά μάτια, σουβλερό ράμφος, υπόλευκα φτερά και γαμψά νύχια. O Φέστος τις αποκαλεί κακοποιές γυναίκες φτερωτές, maleficae mulieres volaticae. O ανθρωπολόγος Φρέιζερ τα ονομάζει πουλιά-βαμπίρ. Ο Σενέκας τις τοποθετεί στον Τάρταρο, ο Οράτιος επινοεί ερωτικό φίλτρο απ' τα φτερά τους. Κάποιοι τις ερμηνεύουν ως νυχτερίδες αλλά οι περισσότεροι ως κουκουβάγιες, όπως τον Bubo bubo ή την Tyto alba.
Όλες αυτές οι δεισιδαιμονίες προέκυψαν απ' τον ενοχλητικό στριγγό/strident ήχο που έβγαζε το πουλί και την εμμονή του να στρίζει τη νύχτα πάνω απ' των ανθρώπων τα σπίτια. (Το ότι είναι πολυγαμικές δεν ξέρω αν εξηγεί τις νυχτιάτικες φωνές). Ταιριάζει λοιπόν η αρχαία στρίγγα να είναι η Tyto alba, που καλώς ονομάστηκε alba, λευκή αλλά όχι και τυτώ. Ορνιθολογικά, οι κουκουβάγιες, τα γλαυκόμορφα (strigiformes) κακώς διαιρέθηκαν σε Στριγγίδες (εδώ πάν και οι αυτιάρηδες μπούφοι) και Τυτωνίδες, οι ζάρες. Οι στριγγίδες κάνουν του-τχου και οι τυτωνίδες στρί-στρί. Ελπίζω να διορθωθεί αυτό το λάθος στο μέλλον. Contrary to its scientific name, Tyto alba does not hoot but screeches; if anything, typical or true owls, strigidae, hoot and do not screech.
Στα αλβανικά kukuvajka mjekroshe μουσάτη, στα ιταλικά barbagianni, μπαρμπαγιάννης από τα γένια (barba) που 'χει κάτω απ' τα πλευρά του ράμφους...εδώ προσοχή μη δουλέψουν κανα Γιάννη οι Ιταλοί...σημαίνει ακόμα vecchio bisbetico γέρο μπισμπίκης sciocco e noioso, χαζός και ανιαρός. (bisbetico εκ του αμφισβητικός...ο γερο γκρινιάρης).
Από το σχήμα του προσώπου της στα φαροέζικα hjartaugla καρδιόγλαυκα, στα ελληνικά ανθρωποπούλι, που κάλλιστα θα μπορούσε να λέγεται και μαϊμουδοπούλι κατά το monkey-faced owl. Άλλα ονόματα: Ghost Owl, Death Owl, Hissing Owl, Hobgoblin Owl, Silver Owl, Rat Owl, Scritch Owl, Screech Owl, Straw Owl, Barnyard Owl, Delicate Owl.
Μόνο στα ρουμάνικα τη λένε ακόμη strigă, ενώ στα σερβοκροάτικα кукувиjа, kukuvija, αποκλειστικά για την πεπλόγλαυκα. Κλαψοπούλι (crying owl) βρήκα μόνο στα ελληνικά. Το ζάρα προέρχεται είτε απ' τη ζαρωμένη μούρη της ή που μας κάνει να ζαρώνουμε απ' το φόβο μας. Αν έτσι πάει με το γαλλικό effraie....ἀνασκιρτῶσα ὁσάκις ἔτριζε θύρα καὶ λιποθυμοῦσα ἄν γλαῦξ ἤ νυκτικόραξ ἔκρωζε τὴν νύκτα ἐπὶ τῆς στέγης τοῦ Βατικανοῦ....(Πάπισσα Ιωάννα)
...Στρὶξ ἵπταται!....
Φάσμα γλαυκὸς ὑπὲρ γαλῆν διαβαίνουσαν ἱπτάμενον
(...Η άσπρη κουκουβάγια βλογά σαν μαύρη γάτα...)
Γλαύξ (ἀττικιστὶ γλαῦξ) αυτή που έχοντας λαμπερά μάτια βλέπει τη νύχτα (glaring eyes, PIE *ghel-)
Σκώψ, (Scops, μπούφος) ο έχων σκωπτική όψη. (στα κρητικά σκλόπα, η κουκουβάγια).
ομοίως και ὦτος ή ὠτός (Otus, ο αυτιάς) ο μπούφος
Kουκουβάγια εκ της κικκάβης/κικκάμης, κικκαβάζω, κικαβαῦ το κουκουβάου)
Cuando el tecolote canta, el indio muere
Όταν η κουκουβάγια τραγουδά, ο ινδιάνος πεθαίνει
που λεν στο Μεξικό.
.........
Ζάρα γρικώ το κλάημα σου και το φτερούγιμα σου,
και τη κρυγιάδα αισθάνομαι του χάρου που κλουθά σου.
Ζάρα πούλι τση λύπησης πουλί δυστυχισμένο,
που σ' έχει ο χάρος μπιστικό φαμέγιο του βαλμένο.
Ζάρα πουλί τση σκοτεινιάς τση συφοράς ντελάλη,
το φοβερό σου μήνυμα πως θα τ' ακούσω πάλι
Ζάρα το μοιρολόι σου είναι κακό μαντάτο,
από τον Άδη και για ποιό να ‘ναι κοντό πεμπάτο
Ήρθε στο παραθύρι μου κι έκλαψε η Ζάρα πάλι,
κι έτοιμος είμαι συφορά ν' αποδεχτώ μεγάλη
Πες μου ποιά μοίρα σκοτεινή σ' έχει μπολιάσει Ζάρα,
να δίδεις με το κλάημα σου του χάρου τη τρομάρα
Ποιος ξέρει Ζάρα ήντα βαριά κατάρα σ' έχει πιάσει,
ν' ανοίγεις δρόμο του φονιά του χάρου να περάσει.(<<)
Πουλί μου απ' όνταν έφυγες ερήμαξε ο μπαξές μου
και μόνο ζάρες καθ' αργά κλαίνε στς αποστροφές μου
Ζάρα κλαψάρικο πουλί γιάντα σε λένε ζάρα
Ζάρα το μοιρολόι σου εδά δεν με τρομάζει,
έτσι κι αλλιώς η φορεσιά η μαύρη δεν αλλάζει. (<<)
Έγινε ζάρα η σκέψη μου στην γειτονιά σου κλαίει
Μην φοβηθείς τον πόνο μου έρχεται και σου λέει(<<)
Καρδιά μου ποιός σε πλήγωσε κι είσαι παραπονιάρα
και στο μπαξέ σου καθ'αργά νεκρολαλεί μιά ζάρα (<<)
Όποιος αγάπη εθρήνησε αυτός καταλαβαίνει
γιάντα η ζάρα καθ'αργά στο κλάημα τζη πλανταίνει. (<<)
Ζάρα κλαψάρικο πουλί σώπασε μη φωνάζεις
κι άλλη καρδιά επληγώθηκε κι εσύ γιατί στενάζεις (<<)
Μια ζάρα κλαίει κάθ’ αργά απάνω στο κελί μου,
φαίνεται εκοντοσίμωσε το τέλος τση ζωής μου (<<)
και εδικά μου
Ζάρα που νύχτα μου στριγγάς σαν την κακιά Κασσάνδρα
τάχα στο ράφι θα βρεθώ, θα ζήσω δίχως άντρα
Ζάρα που νύχτα μου στριγγάς να δω των αρχαγγέλω
προληφτικός δεν είμαι εγώ, τον ύπνο μου όμως θέλω
Ζάρα που νύχτα μου στριγγάς το ζάρι του θανάτου
σου παραδίδω το κορμί και ό,τι θέλεις καν' του
Ζάρα που νύχτα μου στριγγάς με φόβο να ζαρώσω
εγώ γυρίζω τα στενά να δω ποιά θα ανταμώσω
Ζάρα που νύχτα μου στριγγάς απάνω από το σπίτι
εγώ 'μαι ακόμα αζωντανός και τραγουδώ στο δίχτυ
Ζάρα που νύχτα μας στριγγάς απάνω απ' το μνημόνι
είμαστε ακόμα ζωντανοί, δεν βάρεσε κανόνι
Υ.Γ.
θαλαττία δὲ γλαῦξ ᾄδουσα χειμῶνος μὲν εὐδίαν σημαίνει, εὐδίας δὲ χειμῶνα.
η θαλασσινή κουκουβάγια αν τραγουδήσει στην κακοκαιρία καλοκαιριά σημαίνει
αν μέσα στον καλό καιρό, κακοκαιριά θα φέρει.
(Θεόφραστος περί σημείων)
μια θαλασσόγλαυκα λοιπόν το χειμώνα να μας κράξει
τώρα που μάθαμε το κουκουβάου στ' αγγλικά
να ξεπορτίσουμε :-)