Thursday, December 22, 2011

Ου μοι μελει τα Γυγεω (Ανακρεοντειο)




Oὔ μοι μέλει τὰ Γύγεω,
τοῦ Σαρδίων ἄνακτος,
οὔθαἱρέει με χρυσός,
οὐκ αἰνέω τυράννους:
ἐμοὶ μέλει ἔρωτι
καταστέφειν τὴν ψυχὴν
ἐμοὶ μέλει πώμασιν
καταβρέχειν λάρυγγα.
τὸ σήμερον μέλει μοι
τὸ δ᾽ αὔριον τίς οἶδεν;


Δε με νοιάζει του Γύγη
το χρυσό δαχτυλίδι
Δε μ' ορίζει το χρήμα
δεν δοξάζω τυράννους.
Εμένα με νοιάζει 
την αγάπη μου να 'χω. 
Εμένα με μέλει
το κρασί μου να πίνω.
Το σήμερα ζω
το αύριο ποιός ξέρει;


το διασκευασθέν,
της Παλατινής και τ' ανακρεόντειο No.8 παραδοθέν

Οὔ μοι μέλει τὰ Γύγεω Δε με νοιάζουν του Γύγη τα καλά
τοῦ Σαρδίων ἄνακτος, στις Σάρδεις που 'ταν βασιλιάς
οὐδ’ εἷλέ πώ με ζῆλος, δε με κυρίεψ' ως τώρα φθόνος
οὐδὲ φθονῶ τυράννοις. μήτε τυράννους ζηλεύω
ἐμοὶ μέλει μύροισιν εμένα με μέλει με μύρα
καταβρέχειν ὑπήνην, να βρέχω το μούσι
ἐμοὶ μέλει ῥόδοισιν εμένα με μέλει με ρόδα
καταστέφειν κάρηνα· να στέφω κεφάλια
τὸ σήμερον μέλει μοι, το σήμερα με μέλει
τὸ δ’ αὔριον τίς οἶδεν; το αύριο ποιός ξέρει;
ὡς οὖν ἔτ’ εὔδι’ ἔστιν, όσο λοιπόν είν' ακόμα λιακάδα,
καὶ πῖνε καὶ κύβευε και πότους πίνε και ζάρια παίζε
καὶ σπένδε τῷ Λυαίῳ, και κάνε στον Διόνυσο σπονδές
μὴ νοῦσος ἤν τις ἔλθῃ μή τυχόν αρρώστεια αν έρθει
λέγῃ σε μὴ δεῖ πίνειν. πει πως δεν πρέπει να πίνεις


The gold of Gyges I despise
Nor wealth I ask, nor sceptres prize
But riches leave and such vain things
To the low aim and pride of kings
Perfume and rose are my care
To smooth my beard and crown my hair
My maxim is to sport today
what comes tomorrow who can say?
Then, while the hour serenely shines
Toss the gay die, and quaff the wines
But ever in the genial tour
To Bacchus gay libations pour
lest sickness should approach annoying
You, taste no more the cup of joy!

(Translation by  John B. Roche with few changes of mine)


Το ποίημα ανήκει στα μεταγενέστερα ανακρεόντεια λαϊκά άσματα που μιμούνται το ύφος του  Ανακρέοντα (6ος αι.π.Χ). αλλ' ο ανακρεοντίζων διασκευαστής παίρνει την αρχική ιδέα από τον Αρχίλοχο (7ος αι. π.Χ)


οὔ μοι τὰ Γύγεω τοῦ πολυχρύσου μέλει,
οὐδ΄πώ με ζῆλος͵ οὐδ΄ἀγαίομαι θεῶν ἔργα,
μεγάλης δ΄ οὐκ ἐρέω τυραννίδος·
ἀπόπροθεν γάρ ἐστιν ὀφθαλμῶν ἐμῶν.

Δε με νοιάζουν τα αγαθά του πολύχρυσου Γύγη.
Ούτε ποτέ μεχρι τώρα με κατέλαβε φθόνος.
Ούτ' αγανακτώ με τα έργα των θεών.
Ούτ' επιθυμώ τη μεγάλη εξουσία.
Είναι μακριά απ’ τα μάτια μου.


Η άρνηση των αγαθών του Γύγη σημαίνει εκτός από "δε μ' ενδιαφέρει να κυβερνήσω και να πλουτήσω", "δεν με νοιάζει και να αδικήσω με το να γίνω αόρατος" κατά τον πλατωνικό μύθο. Βαριά κουβέντα να την πεί κανείς (;)....ο Αρχίλοχος λέει βέβαια τί αρνείται αλλά κρύβει ή υπονοεί τα "μελήματα ζωής" που προτείνει· έτσι μισό εμπνέει και χριστιανό ασκητή. Ένα αρνητικό παρόμοιο διαθέτει και ο αυθεντικός Ανακρέων.


ἐγὼ δ' οὔτ' ἂν Ἀμαλθίης
βουλοίμην κέρας οὔτ' ἔτεα
πεντήκοντά τε κἀκατὸν
Ταρτησσοῦ βασιλεῦσαι

μα 'γώ ούτε Αμάλθειας
θα ήθελα το κέρατο
ούτε και εκατόν πενήντα χρόνια
στην Ταρτησσό να βασιλεύω


Ο μακρόβιος Αργανθώνιος είναι τίτλος ή όνομα δυναστείας κοντά στο Γιβραλτάρ που μπέρδεψε τους Έλληνες και νόμισαν πως κυβέρνησε 80 και έζησε, λέει, 120 ή 150 χρόνια. Και ο Παπανδρέου τώρα μπαίνει στα 124...:-) Για τον Αργανθώνιο ο Ανακρέων έμαθε μάλλον στην αυλή του Πολυκράτη,  απ' όπου ο Σάμιος έμπορος Κωλαίος, ένα αιώνα πριν, κατά τον Ηρόδοτο, έγινε ο πρώτος Έλληνας που έφτασε στην Ταρτησσό. 
Εκτός από την περίοδο της ζωής του στη γενέθλια Τέω και τα Άβδηρα, ο Ανακρέων έζησε, σε αντίθεση με τον αυτόνομο Αρχίλοχο, ως αυλικός ποιητής, δίπλα στον Πολυκράτη, τους Πεισιστρατίδες και τους Αλευάδες. Για αυτό και λίγο δύσκολο να έψαλε τη φράση "ουκ αινέω τυράννους", αν και τίποτα δεν αποκλείεται. Ο Στοβαίος ιστορεί πως όταν ο Πολυκράτης δώρισε στον Ανακρέοντα πέντε χρυσά τάλαντα, ο ποιητής, άυπνος δυο μερόνυχτα, απάντησε στον τύραννο: "Μισώ το δώρο που με κάνει να χάνω τον ύπνο μου". Η φήμη του απλώθηκε υπεράνω κομμάτων, φίλος όντας και του δημοκράτη Ξάνθιππου, πατέρα του Περικλή, οι Αθηναίοι του 'καναν και άγαλμα στην Ακρόπολη. Ο γεωγράφος Παυσανίας (1.25.1) αναφέρει:
ἔστι δὲ ἐν τῇ Ἀθηναίων ἀκροπόλει καὶ Περικλῆς ὁ Ξανθίππου καὶ αὐτὸς Ξάνθιππος, ὃς ἐναυμάχησεν ἐπὶ Μυκάλῃ Μήδοις. ἀλλ᾽ ὁ μὲν Περικλέους ἀνδριὰς ἑτέρωθι ἀνάκειται, τοῦ δὲ Ξανθίππου πλησίον ἕστηκεν Ἀνακρέων ὁ Τήιος, πρῶτος μετὰ Σαπφὼ τὴν Λεσβίαν τὰ πολλὰ ὧν ἔγραψεν ἐρωτικὰ ποιήσας· καί οἱ τὸ σχῆμά ἐστιν οἷον ᾄδοντος ἂν ἐν μέθῃ γένοιτο ἀνθρώπου.
(Να ξαναγίνει το άγαλμα στην Ακρόπολη του  Μεθυσμένου Τραγουδιστή) 


και ένα Ανωνύμο παρόμοιο από την Παλατινή Ανθολογία
πῖνε καὶ εὐφραίνου: τί γάρ αὔριον, ἢ τί τὸ μέλλον,
οὐδεὶς γινώσκει. μὴ τρέχε, μὴ κοπία,
ὡς δύνασαι, χάρισαι, μετάδος, φάγε, θνητὰ λογίζου:
τὸ ζῆν τοῦ μὴ ζῆν οὐδὲν ὅλως ἀπέχει.
πᾶς ὁ βίος τοιόσδε, ῥοπὴν μόνον ἂν προλάβῃ τις,
ἂν δὲ θάνῃς, ἑτέρου πάντα, σὺ δ᾽ οὐδὲν ἔχεις. 


και μια μαντινάδα
Δόξες και πλούτη στη ζωή καρφιά 'ναι στο κορμί μας. 
Μόνο στο γλέντι, στο χορό θα βρει χαρά η ψυχή μας
(ή σεβντά ή κρασί)