Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Ου μοι μελει τα Γυγεω (Ανακρεοντειο)




Oὔ μοι μέλει τὰ Γύγεω,
τοῦ Σαρδίων ἄνακτος,
οὔθαἱρέει με χρυσός,
οὐκ αἰνέω τυράννους:
ἐμοὶ μέλει ἔρωτι
καταστέφειν τὴν ψυχὴν
ἐμοὶ μέλει πώμασιν
καταβρέχειν λάρυγγα.
τὸ σήμερον μέλει μοι
τὸ δ᾽ αὔριον τίς οἶδεν;


Δε με νοιάζει του Γύγη
το χρυσό δαχτυλίδι
Δε μ' ορίζει το χρήμα
δεν δοξάζω τυράννους.
Εμένα με νοιάζει 
την αγάπη μου να 'χω. 
Εμένα με μέλει
το κρασί μου να πίνω.
Το σήμερα ζω
το αύριο ποιός ξέρει;


το διασκευασθέν,
της Παλατινής και τ' ανακρεόντειο No.8 παραδοθέν

Οὔ μοι μέλει τὰ Γύγεω Δε με νοιάζουν του Γύγη τα καλά
τοῦ Σαρδίων ἄνακτος, στις Σάρδεις που 'ταν βασιλιάς
οὐδ’ εἷλέ πώ με ζῆλος, δε με κυρίεψ' ως τώρα φθόνος
οὐδὲ φθονῶ τυράννοις. μήτε τυράννους ζηλεύω
ἐμοὶ μέλει μύροισιν εμένα με μέλει με μύρα
καταβρέχειν ὑπήνην, να βρέχω το μούσι
ἐμοὶ μέλει ῥόδοισιν εμένα με μέλει με ρόδα
καταστέφειν κάρηνα· να στέφω κεφάλια
τὸ σήμερον μέλει μοι, το σήμερα με μέλει
τὸ δ’ αὔριον τίς οἶδεν; το αύριο ποιός ξέρει;
ὡς οὖν ἔτ’ εὔδι’ ἔστιν, όσο λοιπόν είν' ακόμα λιακάδα,
καὶ πῖνε καὶ κύβευε και πότους πίνε και ζάρια παίζε
καὶ σπένδε τῷ Λυαίῳ, και κάνε στον Διόνυσο σπονδές
μὴ νοῦσος ἤν τις ἔλθῃ μή τυχόν αρρώστεια αν έρθει
λέγῃ σε μὴ δεῖ πίνειν. πει πως δεν πρέπει να πίνεις


The gold of Gyges I despise
Nor wealth I ask, nor sceptres prize
But riches leave and such vain things
To the low aim and pride of kings
Perfume and rose are my care
To smooth my beard and crown my hair
My maxim is to sport today
what comes tomorrow who can say?
Then, while the hour serenely shines
Toss the gay die, and quaff the wines
But ever in the genial tour
To Bacchus gay libations pour
lest sickness should approach annoying
You, taste no more the cup of joy!

(Translation by  John B. Roche with few changes of mine)


Το ποίημα ανήκει στα μεταγενέστερα ανακρεόντεια λαϊκά άσματα που μιμούνται το ύφος του  Ανακρέοντα (6ος αι.π.Χ). αλλ' ο ανακρεοντίζων διασκευαστής παίρνει την αρχική ιδέα από τον Αρχίλοχο (7ος αι. π.Χ)


οὔ μοι τὰ Γύγεω τοῦ πολυχρύσου μέλει,
οὐδ΄εἷλέ πώ με ζῆλος͵ οὐδ΄ἀγαίομαι θεῶν ἔργα,
μεγάλης δ΄ οὐκ ἐρέω τυραννίδος·
ἀπόπροθεν γάρ ἐστιν ὀφθαλμῶν ἐμῶν.

Δε με νοιάζουν τα αγαθά του πολύχρυσου Γύγη.
Ούτε ποτέ μεχρι τώρα με κατέλαβε φθόνος.
Ούτ' αγανακτώ με τα έργα των θεών.
Ούτ' επιθυμώ τη μεγάλη εξουσία.
Είναι μακριά απ’ τα μάτια μου.


Η άρνηση των αγαθών του Γύγη σημαίνει εκτός από "δε μ' ενδιαφέρει να κυβερνήσω και να πλουτήσω", "δεν με νοιάζει και να αδικήσω με το να γίνω αόρατος" κατά τον πλατωνικό μύθο. Βαριά κουβέντα να την πεί κανείς (;)....ο Αρχίλοχος λέει βέβαια τί αρνείται αλλά κρύβει ή υπονοεί τα "μελήματα ζωής" που προτείνει· έτσι μισό εμπνέει και χριστιανό ασκητή. Ένα αρνητικό παρόμοιο διαθέτει και ο αυθεντικός Ανακρέων.


ἐγὼ δ' οὔτ' ἂν Ἀμαλθίης
βουλοίμην κέρας οὔτ' ἔτεα
πεντήκοντά τε κἀκατὸν
Ταρτησσοῦ βασιλεῦσαι

μα 'γώ ούτε Αμάλθειας
θα ήθελα το κέρατο
ούτε και εκατόν πενήντα χρόνια
στην Ταρτησσό να βασιλεύω


Ο μακρόβιος Αργανθώνιος είναι τίτλος ή όνομα δυναστείας κοντά στο Γιβραλτάρ που μπέρδεψε τους Έλληνες και νόμισαν πως κυβέρνησε 80 και έζησε, λέει, 120 ή 150 χρόνια. Και ο Παπανδρέου τώρα μπαίνει στα 124...:-) Για τον Αργανθώνιο ο Ανακρέων έμαθε μάλλον στην αυλή του Πολυκράτη,  απ' όπου ο Σάμιος έμπορος Κωλαίος, ένα αιώνα πριν, κατά τον Ηρόδοτο, έγινε ο πρώτος Έλληνας που έφτασε στην Ταρτησσό. 
Εκτός από την περίοδο της ζωής του στη γενέθλια Τέω και τα Άβδηρα, ο Ανακρέων έζησε, σε αντίθεση με τον αυτόνομο Αρχίλοχο, ως αυλικός ποιητής, δίπλα στον Πολυκράτη, τους Πεισιστρατίδες και τους Αλευάδες. Για αυτό και λίγο δύσκολο να έψαλε τη φράση "ουκ αινέω τυράννους", αν και τίποτα δεν αποκλείεται. Ο Στοβαίος ιστορεί πως όταν ο Πολυκράτης δώρισε στον Ανακρέοντα πέντε χρυσά τάλαντα, ο ποιητής, άυπνος δυο μερόνυχτα, απάντησε στον τύραννο: "Μισώ το δώρο που με κάνει να χάνω τον ύπνο μου". Η φήμη του απλώθηκε υπεράνω κομμάτων, φίλος όντας και του δημοκράτη Ξάνθιππου, πατέρα του Περικλή, οι Αθηναίοι του 'καναν και άγαλμα στην Ακρόπολη. Ο γεωγράφος Παυσανίας (1.25.1) αναφέρει:
ἔστι δὲ ἐν τῇ Ἀθηναίων ἀκροπόλει καὶ Περικλῆς ὁ Ξανθίππου καὶ αὐτὸς Ξάνθιππος, ὃς ἐναυμάχησεν ἐπὶ Μυκάλῃ Μήδοις. ἀλλ᾽ ὁ μὲν Περικλέους ἀνδριὰς ἑτέρωθι ἀνάκειται, τοῦ δὲ Ξανθίππου πλησίον ἕστηκεν Ἀνακρέων ὁ Τήιος, πρῶτος μετὰ Σαπφὼ τὴν Λεσβίαν τὰ πολλὰ ὧν ἔγραψεν ἐρωτικὰ ποιήσας· καί οἱ τὸ σχῆμά ἐστιν οἷον ᾄδοντος ἂν ἐν μέθῃ γένοιτο ἀνθρώπου.
(Να ξαναγίνει το άγαλμα στην Ακρόπολη του  Μεθυσμένου Τραγουδιστή) 


και ένα Ανωνύμο παρόμοιο από την Παλατινή Ανθολογία
πῖνε καὶ εὐφραίνου: τί γάρ αὔριον, ἢ τί τὸ μέλλον,
οὐδεὶς γινώσκει. μὴ τρέχε, μὴ κοπία,
ὡς δύνασαι, χάρισαι, μετάδος, φάγε, θνητὰ λογίζου:
τὸ ζῆν τοῦ μὴ ζῆν οὐδὲν ὅλως ἀπέχει.
πᾶς ὁ βίος τοιόσδε, ῥοπὴν μόνον ἂν προλάβῃ τις,
ἂν δὲ θάνῃς, ἑτέρου πάντα, σὺ δ᾽ οὐδὲν ἔχεις. 


και μια μαντινάδα
Δόξες και πλούτη στη ζωή καρφιά 'ναι στο κορμί μας. 
Μόνο στο γλέντι, στο χορό θα βρει χαρά η ψυχή μας
(ή σεβντά ή κρασί)

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

On the tomb of Callimachus Καλλίμαχος Κυρηναίος



Τούτο το μνήμα που προσπερνάς
του Καλλιμάχου είν' απ' τη Λιβύη
γνώριζε να τραγουδά καλά
 το κόκκινο κρασί σαν ήταν στα ποτήρια
πάνω στο ρυθμό, με τη συντροφιά
τότε να γελά.

Βαττιάδεω παρὰ σῆμα φέρεις πόδας 
εὖ μὲν ἀοιδήν εἰδότος, εὖ δ' οἴνῳ
καίρια συγγελάσαι.


(φέρεις πόδας παρὰ τὸ σῆμα τοῦ Βαττιάδου)
του πατέρα του που λεγόταν Βάττος, ή
Βαττιάδης γενικότερα για απογόνους του αποικιστή της Κυρήνης Βάττου.


...και το επιτύμβιο του πατέρα του Καλλίμαχου Βάττου...
Καλλίμαχος παππούς, στρατηγός
Βάττος, πατέρας
Καλλίμαχος εγγονός, ποιητής
Καλλίμαχος εγέννησε Βάττο, και Βάττος εγένησε Καλλίμαχο

Ὅστις ἐμὸν παρὰ σῆμα φέρεις πόδα, Καλλιμάχου με
ἴσθι Κυρηναίου παῖδά τε καὶ γενέτην.
εἰδείης δ' ἄμφω κεν· ὁ μέν κοτε πατρίδος ὅπλων
οὐ νέμεσις· Μοῦσαι γάρ, ὅσους ἴδον ὄμματι παῖδας
μὴ λοξῷ, πολιοὺς οὐκ ἀπέθεντο φίλους.

Σύ που περνάς πλάι από τον τάφο μου μάθε
πως ήμουν του Κυρηναίου Καλλίμαχου πατέρας και γιος.
Θα τους γνωρίζεις και τους δυό·
ο πατέρας μου υπήρξε στρατηγός της πατρίδας
κι ο γιός μου τραγούδησε πιό δυνατά από τη ζήλεια·
να θυμώσεις δεν υπάρχει λόγος·
οι Μούσες, όσους
από παιδιά δεν τους λοξοκοιτάξουν,
δεν τους αποχωρίζονται για φίλους σαν γεράσουν.


You who walk past my tomb, know that 
I am a son and father of Callimachus of Cyrene.
You must know both: the one led his country's forces once,
the other sang before the reach of envy. No reason for anger.
For those on whom the Muses in childhood looked with friendly gaze,
 they won’t abandon them when they get grey.
(R.L.Hunteradapted)


και μερικά ακόμη ενδεικτικά επιγράμματα.


Σύντομος ἦν ὁ ξεῖνος· ὃ καὶ στίχος· οὐ μακρὰ λέξων
"Θῆρις Ἀρισταίου Κρής" ἐπ᾽ ἐμοὶ δολιχός.


Σύντομος ήταν του ξένου ο στίχος· δε θα μακρυγορήσω
"Θήριδας του Αριστέα Κρητικός", ακόμη και αυτό για μένα μακρουλό.


(το άκρον άωτον του καλλιμάχειου λακωνισμού)


῏Η ῥ᾽ ὑπὸ σοὶ Χαρίδας ἀναπαύεται; – Εἰ τὸν Ἀρίμμα
τοῦ Κυρηναίου παῖδα λέγεις, ὑπ᾽ ἐμοί. –
Ὦ Χαρίδα, τί τὰ νέρθε; – Πολὺ σκότος.– Αἱ δ᾽ ἄνοδοι τί;–
Ψεῦδος. –Ὁ δὲ Πλούτων; – Μῦθος. –Ἀπωλόμεθα! –
Οὗτος ἐμὸς λόγος ὔμμιν ἀληθινός· εἰ δὲ τὸν ἡδύν
βούλει, Πελλαίου βοῦς μέγας εἰν Ἀΐδῃ.


Άραγε από κάτω σου ο Χαρίδας αναπαύεται; -Αν τον Αρίμμα
του Κυρηναίου, λες, το γιό, από κάτω μου.
-Ω, Χαρίδα, πώς ειν' κάτω; -Πολύ σκοτάδι - Και δεν γίνονται επιστροφές;
-Ψέμα -Και ο Πλούτων; -Μύθος -Χαθήκαμε!
-Σας λέω την αλήθεια· μα αν θες ευχάριστα
να ακούσεις, στον Άδη μεγάλο βόδι κοστίζει μια δραχμή 


β' (η σιωπή του Πελλαίου μεγάλη στον Άδη)




(υποτίθεται μικρής αξίας νόμισμα της Πέλλας, δείγμα της φτήνιας στον Άδη)


(β' ερμηνεία από τη φράση "βοῦς ἐπὶ γλώσσης μέγας βέβηκεν"
και υποτιθέμενο ανταγωνισμό με τον Ποσείδιππο από την Πέλλα,
που πρότεινε ο Κυριάκος Τσαντσάνογλου.




-Τίμων, οὐ γὰρ ἔτ᾿ ἐσσί, τί τοι, σκότος ἢ φάος, ἐχθρόν;
-Τὸ σκότος· ὑμέων γὰρ πλείονες εἰν Ἀΐδῃ.


-Τίμων, μια και πέθανες, ποιό σου είναι, το σκοτάδι ή το φως απεχθές;
-Το σκοτάδι· γιατί από σας περσότεροι είμαστε εμείς στον Άδη.


(Οι κακοί, όπως ο Τίμων ο μισάνθρωπος)


Ἀστακίδην τὸν Κρῆτα, τὸν αἰπόλον ἥρπασε Νύμφη
ἐξ ὄρεος, καὶ νῦν ἱερὸς Ἀστακίδης.
Οὐκέτι Δικταίῃσιν  ὑπὸ δρυσίν, οὐκέτι Δάφνιν
ποιμένες, Ἀστακίδην δ᾽ αἰὲν ἀεισόμεθα.


Τον Αστακίδη, τον βοσκό απ' την Κρήτη
άρπαξε Νεράιδα του βουνού·
και τώρα άγιασε ο Αστακίδης.
Όχι πια κάτ' απ' τα δέντρα της Δίκτης,
όχι πια τον Δάφνι, βοσκοί,
τον Αστακίδη, για πάντα θα ψάλλουμε.


είτε επιτύμβιο για βοσκό που σε χαράδρες χάθηκε
ή για βουκολικό ποιητή που αορίτισσα τον έκλεψε
και παντρεύτηκε.


Ἕλκος ἔχων ὁ ξεῖνος ἐλάνθανεν: ὡς ἀνιηρόν
πνεῦμα διὰ στηθέων, εἶδες; ἀνηγάγετο,
τὸ τρίτον ἡνίκ᾽ ἔπινε, τὰ δὲ ῥόδα φυλλοβολεῦντα
τὠνδρὸς ἀπὸ στεφάνων πάντ᾽ ἐγένοντο χαμαί:
ὤπτηται μέγα δή τι: μὰ δαίμονας οὐκ ἀπὸ ῥυσμοῦ
εἰκάζω, φωρὸς δ᾽ ἴχνια φὼρ ἔμαθον.


Κρυφή πληγή ο ξένος μας κρατούσε: είδες πόσο
θλιμένη από τα στήθη ανάσα έβγαλε,
το τρίτο σαν έπινε, τα ρόδα φυλλορόησαν
και απ' το στεφάνι του άντρα έπεφταν όλα χάμω:
καίγεται: μα τους θεούς στην τύχη δεν μαντεύω
κλέφτης εγώ, σημάδια κλέφτη ιχνεύω.


(οι αρχαίοι στα συμπόσια στεφανοφορούσαν)
(κλέφτης, ο έρωτας, set a thief to catch a thief)


Εἶπέ τις, Ἡράκλειτε, τεὸν μόρον, ἐς δὲ με δάκρυ
ἤγαγεν· ἐμνήσθην δ’, ὁσσάκις ἀμφότεροι
ἥλιον ἐν λέσχῃ κατεδύσαμεν· ἀλλὰ σὺ μέν που,
ξεῖν’ Ἁλικαρνησεῦ, τετράπαλαι σποδιή·
αἱ δὲ τεαὶ ζώουσιν ἀηδόνες, ᾗσιν ὁ πάντων
ἁρπακτὴς Ἀϊδης οὐκ ἐπὶ χεῖρα βαλεῖ.


Ανάγγειλε κάποιος, Ηράκλειτε, το χαμό σου
και δάκρυα με πήρανε· θυμήθηκα πόσες φορές μαζί
τον ήλιο κουβεντιάζοντας βυθίσαμε· και συ μεν κάπου
φίλε Αλικαρνάσιε, εδώ και μήνες στάχτη θάγινες·
μα τα αηδόνια σου, οι στίχοι, ζουν, 
και αυτά ο παντάρπαγος Άδης 
δεν θα μπορέσει ποτέ στο χέρι να βάλει.


Υ.Γ.
Καλλιμάχειο Μανιφέστο (Μέγα Βιβλίον, Μέγα Κακόν)
http://ergotelemata.blogspot.com/2011/11/blog-post.html

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Λουκιανοῦ Θεῶν Διάλογοι /Zeus, Helios) (Ζεὺς καὶ Ἥλιος)







                               Ζ

Οἷα πεποίηκας, ὦ Τιτάνων κάκιστε; ἀπολώλεκας τὰ ἐν τῇ γῇ ἅπαντα, μειρακίῳ ἀνοήτῳ πιστεύσας τὸ ἅρμα, ὃς τὰ μὲν κατέφλεξε πρόσγειος ἐνεχθείς, τὰ δὲ ὑπὸ κρύους διαφθαρῆναι ἐποίησε
πολὺ αὐτῶν ἀποσπάσας τὸ πῦρ,
καὶ ὅλως οὐδὲν ὅ τι οὐ ξυνετάραξε
καὶ ξυνέχεε, καὶ εἰ μὴ ἐγὼ ξυνεὶς τὸ γιγνόμενον κατέβαλον αὐτὸν τῷ κεραυνῷ, οὐδὲ λείψανον ἀνθρώπων ἐπέμεινεν ἄν· τοιοῦτον ἡμῖν τὸν καλὸν ἡνίοχον καὶ διφρηλάτην ἐκπέπομφας.
Τί κατάφερες άχρηστε Τιτάνα, γκρέμισες στη γη
τα πάντα σε άμυαλο κοπέλι δίνοντας το άρμα, που άλλα κατάκαψε φερμένος στη γη και και άλλα απ το κρύο να χαθούν κατάφερε αποσπώντας πολύ απ' αυτά το πυρ και όλα γενικά τα τάραξε και  σύγχυσε και αν εγώ δεν έπιανα το γεγονός δεν τον έριχνα με κεραυνό ίχνος ανθρώπου δε θα μενε τέτοιο πιλότο αρματηλάτη μας ξαπόστειλες



 Η
Ἥμαρτον, ὦ Ζεῦ, ἀλλὰ μὴ χαλέπαινε, εἰ  ἐπείσθην υἱῷ πολλὰ ἱκετεύοντι· πόθεν γὰρ ἂν καὶ ἤλπισα τηλικοῦτο γενήσεσθαι κακόν;


ήμαρτον Δία,
μα μή θυμώνεις γιατί πείστηκα απ' το γιό ικεύτευε πολύ· πού να φανταστώ τόσο μεγάλο κακό;
                               Ζ
Οὐκ ᾔδεις, ὅσης ἐδεῖτο ἀκριβείας τὸ πρᾶγμα καὶ ὡς, εἰ βραχύ τις ἐκβαίη τῆς ὁδοῦ, οἴχεται πάντα; ἠγνόεις δὲ καὶ τῶν ἵππων τὸν θυμόν, ὡς δεῖ ξυνέχειν
ἀνάγκῃ τὸν χαλινόν; εἰ γὰρ ἐνδοίη τις, ἀφηνιάζουσιν εὐθύς, ὥσπερ ἀμέλει καὶ τοῦτον ἐξήνεγκαν, ἄρτι μὲν ἐπὶ τὰ λαιά, μετ' ὀλίγον δὲ ἐπὶ τὰ δεξιά, καὶ ἐς τὸ ἐναντίον τοῦ δρόμου ἐνίοτε, καὶ ἄνω καὶ κάτω, ὅλως ἔνθα ἐβούλοντο αὐτοί· ὁ δὲ οὐκ εἶχεν ὅ τι χρήσαιτο αὐτοῖς.
 (;) Δε γνώριζες πόση ακρίβεια χρειαζόταν το πράγμα και πως αν κάποιος για λίγο βγει απ' το δρόμο, χάνονται τα πάντα; αγνοούσες και την ορμή των αλόγων, πως πρέπει να σφίγγει κανείς με δύναμη το χαλινάρι; και αν κάποιος χαλαρώνοντας ενδώσει, αφηνιάζουν με μιάς, όπως φερ' ειπείν και τούτον ξεστράτισαν, πρώτα από αριστερά, ύστερα δεξιά, κάποτε προς τα πίσω και πάνω κάτω, ολότελα όπου ήθελαν αυτά, ενώ εκείνος δεν ήξερε τί να τα κάνει.

                               Η








Πάντα μὲν ἠπιστάμην ταῦτα καὶ διὰ τοῦτο ἀντεῖχον ἐπὶ πολὺ καὶ οὐκ ἐπίστευον αὐτῷ τὴν ἔλασιν· ἐπεὶ δὲ κατελιπάρησε δακρύων καὶ ἡ μήτηρ Κλυμένη μετ' αὐτοῦ, ἀναβιβασάμενος ἐπὶ τὸ ἅρμα ὑπεθέμην, ὅπως μὲν χρὴ βεβηκέναι αὐτόν, ἐφ' ὁπόσον δὲ ἐς τὸ ἄνω ἀφέντα ὑπερενεχθῆναι, εἶτα ἐς τὸ κάταντες αὖθις ἐπινεύειν καὶ ὡς
ἐγκρατῆ εἶναι τῶν ἡνιῶν καὶ μὴ ἐφιέναι τῷ θυμῷ τῶν ἵππων· εἶπον δὲ καὶ ἡλίκος ὁ κίνδυνος, εἰ μὴ ὀρθὴν ἐλαύνοι· ὁ δὲ (παῖς γὰρ ἦν) ἐπιβὰς τοσούτου πυρὸς καὶ ἐπικύψας ἐς βάθος ἀχανὲς ἐξεπλάγη, ὡς τὸ εἰκός· οἱ δὲ ἵπποι ὡς ᾔσθοντο οὐκ ὄντα ἐμὲ τὸν ἐπιβεβηκότα, καταφρονήσαντες τοῦ μειρακίου ἐξετράποντο τῆς ὁδοῦ καὶ τὰ δεινὰ ταῦτα ἐποίησαν· ὁ δὲ τὰς ἡνίας ἀφείς, οἶμαι δεδιὼς μὴ ἐκπέσῃ αὐτός, εἴχετο τῆς ἄντυγος. ἀλλὰ ἐκεῖνός τε ἤδη ἔχει τὴν δίκην κἀμοί, ὦ Ζεῦ, ἱκανὸν τὸ πένθος. 
Όλα αυτα τα γνώριζα για αυτό και αντιστεκόμουν και δεν του εμπιστευόμουν την πορεία· όταν όμως επέμεινε πολύ με δάκρυα μέχρι και η μάνα του η Κλυμένη μαζί του, βάζοντας τον στο άρμα, του εξήγησα πώς πρέπει να πηγαίνει, μέχρι πόσο να χαλαρώνει τα γκέμια στον ανήφορο και μετά στην κατηφόρα πάλι να κάνει νεύμα κρατώντας γερά τα ηνία και να μην υποχωρεί στην ορμή των αλόγων· του είπα και πόσο μεγάλος ο κίνδυνος αν δεν κρατάει ευθεία πορεία και αυτός (παιδί ήταν) αφού επιβιβάστηκε σε τόση δύναμη πυρός και σκύβοντας στο αχανές βάθος, ταράχτηκε φυσικά· και τα άλογα μόλις κατάλαβαν ότι δεν είμαι εγώ αυτός που οδηγούσε, καταφρονώντας τον νέο βγήκαν απ' την πορεία και προξένησαν όλα τούτα τα δεινά· άφησε τα ηνία, πιστεύω φοβούμενος μην πέσει και αυτός, και προσπαθούσε να πιαστεί απ' την άντυγα. Εκείνος όμως τιμωρήθηκε Δία και για μένα αρκετό είναι το πένθος.








Η
Ἱκανὸν λέγεις τοιαῦτα τολμήσας; νῦν    μὲν οὖν συγγνώμην ἀπονέμω σοι, ἐς δὲ τὸ λοιπόν, ἤν τι ὅμοιον παρανομήσῃς ἤ τινα τοιοῦτον σεαυτοῦ διάδοχον ἐκπέμψῃς, αὐτίκα εἴσῃ, ὁπόσον τοῦ σοῦ
πυρὸς ὁ κεραυνὸς πυρωδέστερος. ὥστε ἐκεῖνον μὲν αἱ ἀδελφαὶ θαπτέτωσαν ἐπὶ τῷ Ἠριδανῷ, ἵναπερ ἔπεσεν ἐκδιφρευθείς, ἤλεκτρον ἐπ' αὐτῷ δακρύουσαι καὶ αἴγειροι γενέσθωσαν ἐπὶ τῷ πάθει, σὺ δὲ ξυμπηξάμενος τὸ ἅρμα (κατέαγε δὲ καὶ ὁ ῥυμὸς αὐτοῦ καὶ ἅτερος τῶν τροχῶν συντέτριπται) ἔλαυνε ἐπαγαγὼν τοὺς ἵππους. ἀλλὰ μέμνησο τούτων ἁπάντων. 
(;) Αρκετό λες με τέτοια που τόλμησε; τώρα λοιπόν βέβαια σε συγχωρώ αλλά από 'δω και περα αν κάνεις άλλη παρανομία ή κάποιον παρόμοιο ξαποστείλεις για διάδοχο σου, αμέσως θα μάθεις πόσο απ' τη δική σου φωτιά ο δικός μου κεραυνός τσουρουφλάει περισσότερο. Ας τον θάψουν οι αδελφές του στον Ηριδανό, όπου απ' την άμαξα έπεσε, χύνοντας δάκρυ-κεχριμπάρι και λεύκες ας γίνουν απ' το καημό τους και σύ αφού φτιάξεις το άρμα (έσπασε και το τιμόνι και ο άλλος τροχός) ξεκίνα την πορεία οδηγώντας τα αλόγατα. Μα να θυμάσαι όλα τούτα που σου πα.




+
Οβιδίου Μεταμορφώσεις
Φαέθων· καθαρεύουσα
http://ergotelemata.blogspot.com/2011/10/blog-post_10.html


+
Λεξιλογικό Φαεθόντειον άρθρο
http://ergotelemata.blogspot.com/2011/10/blog-post_12.html