Wednesday, September 28, 2011

Όχι πια, γλυκόλαλα κορίτσια (Alcman of Sparta, frg 26)


οὔ μ' ἔτι, παρσενικαὶ μελιγάρυες ἱαρόφωνοι,
γυῖα φέρην δύναται· βάλε δὴ βάλε κηρύλος εἴην,
ὅς τ' ἐπὶ κύματος ἄνθος ἅμ' ἀλκυόνεσσι ποτήται
νηδεὲς ἦτορ ἔχων, ἁλιπόρφυρος ἱαρὸς ὄρνις


Όχι πια γλυκόλα κορίτσια με τις ποθητές σας τις φωνές, τα γόνατα μου άλλο εμένα δε βαστούνε. Αχ και να 'μουν κηρύλος, που στον ανθό των κυμάτων πετάει μαζί με τις αλκυόνες· δίχως φόβο στην καρδιά, το θαλασσοπόρφυρο αυτές, τ' άγιο πουλί κουβαλούνε.


όχι πια γλυκόλα κορίτσια με τις ποθητές σας τις φωνές, τα μέλη μου άλλο πια δε με κρατούν. Αχ και να 'μουν ανοιξιάτικο θαλασσοπούλι που πετά με τις αλκυόνες παν' από το ανθό του κύματος, χωρίς φόβο στην καρδιά, μόνο χαρά—γαλάζιο σαν τη θάλασσα. (ΙΝ Καζάζη)

Γλυκολαλούσες παρθένες, μελίφωνες δε μου βαστούνε τώρα τα γονατα πια! αχ και να 'μουν, αχ και να 'μουν κηρύλος, που στον ανθό των κυμάτων απάνω, πετώντας οι αλκυόνες, δίχως να τρέμει το θαλασσοπόρφυρο,το άγιο πουλί κουβαλούνε. (ΙΘ Κακριδή)

 ......
...συγκριτική παρένθεση...


...((Αχ, να 'μουνα ψηλά σε απόκρημνες σπηλιές
και φτερωτό πουλί σε ιπτάμενα κοπάδια
κάποιος θεός να μ' έβανε))

 ((Ευριπίδη Ιππόλυτος 732, στάσιμο β'))...
.......

Παρσενικαί/παρθενικές (νεάνιδες ή ὀρχηστρίδες/χορεύτριες) με τις "ποθητές φωνές", γιατί στο χειρόγραφο μερικοί διαβάζουν αντί ἱαρόφωνοι, ἱμερόφωνοι, (himeros, πόθος). Ομοίως και για "το ανοιξιάτικο" πουλί: εἴαρος (ἔαρος/ἔαρ) αντί ἱαρός/ἱερός ὄρνις. Επίσης και νηλεὲς (ανελέητο/ανυποχώρητο) αντί νηδεὲς, άφοβο (νη + δέος) (κατά το νηπενθές και νηστεία, PIE ne) που ταιριάζει βέβαια περισσότερο για τον Ἀίδην, ὃς ὑπὸ χθονὶ δώματα ναίει, νηλεὲς ἦτορ ἔχων.


Το ποίημα έφτασε σε μας χάρη στον Αντίγονο από την Κάρυστο, ερανιστή της ελληνιστικής εποχής. Στο βιβλίο του "Ιστοριών Παραδόξων Συναγωγή" έδωσε την παρακάτω ερμηνεία.


τῶν δε ἀλκυόνων οἱ ἄρσενες κηρύλοι καλοῦνται·  ὅταν οὖν ὑπὸ τοῦ γήρως ἀσθενήσωσιν καὶ μηκέτι δύνωνται πέτεσθαι, φέρουσιν αὐτοὺς αἱ θήλειαι ἐπὶ τῶν πτερῶν λαβοῦσαι· καὶ ἔστι τὸ ὑπὸ τοῦ Ἀλκμᾶνος λεγόμενον τούτῳ συνῳκειωμένον (συσχετιστεί)· φησὶν γὰρ ἀσθενὴς ὢν διὰ τὸ γῆρας καὶ τοῖς  χοροῖς οὐ δυνάμενος συμπεριφέρεσθαι οὐδὲ τῇ τῶν παρθένων ὀρχήσει.


(Αρχαία Ελληνική Λυρική Ποίηση, Maurice Bowra, μτφ ΙΝ Καζάζη, Α' σελ.51)
Οι έξοχοι και θαυμαστοί αυτοί στίχοι βρίσκουν απήχηση σε κάθε καρδιά, ώστε εύκολα υποθέτει κανείς ότι αποτελούν απλή αποτύπωση εκείνης της επιθυμίας για απόδραση που είναι χαρακτηριστική σε ολόκληρη τη ρομαντική ποίηση...ωστόσο με το δίκιο του θα αναρωτηθεί κανείς κατά πόσο ήταν δυνατό να γράψει ένας Αλκμάν ρομαντική ποίηση. Ο Αντίγονος από την Κάρυστο που παραθέτει τους στίχους τους εξηγεί με διαφορετικό τρόπο. Λέει δηλαδή ότι κηρύλοι ονομάζονταν οι αρσενικές αλκυόνες, που κουρασμένες και ανήμπορες πια, στα γηρατειά τους, να πετάξουν, τις φορτώνονταν στη ράχη τα θηλυκά ταίρια τους...έτσι και τον Αλκμάνα τον αδυνάτισαν τα γερατειά και δεν μπορεί να συμμετέχει και αυτός στο τραγούδι και το χορό των κοριτσιών...χρησιμοποιεί μια μισομυθική παράδοση από τη ζωή των πουλιών, για να εκφράσει τη λαχτάρα του να σμίξει με το χορό, πράγμα που δεν το επιτρέπει η ηλικία του....ασφαλώς οι στίχοι γράφτηκαν με κάποιο αληθινό περιστατικό και δεν μπορεί παρά να σκεφτούμε ότι οι τα κορίτσια που συμμετείχαν στην εκτέλεση υποδύονταν χορό Αλκυόνων. Χοροί πουλιών ήταν αρκετά συνηθισμένοι στην Ελλάδα...


 Παράλληλα με αυτά, νεότερος Νορβηγός φιλόλογος, ονόματι Gjert Vestrheim, στην παρακάτω εργασία του (Alcman frg 26, A Wish for Fame), αφού παραθέτει τις προηγούμενες  κριτικές σχετικά με την εκδοχή του Αντίγονου, με κύριο σημείο τριβής το ποτῆται (πετάει) που θα 'πρεπε, λένε, να είναι φορεῖται (μεταφέρεται), δίνει μια νέα ερμηνεία: το απόσπασμα είναι παρθενείου προοίμιο, στο οποίο ο Αλκμάν εύχεται και καλεί το χορό των κοριτσιών/τους εκτελεστές να μεταφέρουν στους νεότερους την τέχνη του δημιουργού κατά τη καβαφική γεροντική χαρμολύπη, που "έφηβοι τώρα τους δικούς του στίχους λένε". Ο Αντίγονος, βέβαια, θα γνώριζε στην εποχή του ολόκληρο το άσμα· δίχως τα συγκείμενα η φαντασία κάνει άλματα· μέχρι και με το χαμένο παρθένειο "Κολυμβώσαι", έχει υποθετικά συνδεθεί η αλκυόνη, ως καταδυτικό πτηνό ή μήπως το παρήγγειλε στον ποιητή, κάποιος Σπαρτιάτης ανάπηρος πολέμου;;..


Μια άλλη ευφάνταστη παρατήρηση που λέγεται είναι πως αφού, κατά το μύθο, οι αλκυόνες έχουν σχετιστεί με το χειμώνα, ο χειμώνας συμβολίζει τα  γηρατειά του ποιητή. Αν όμως γεννούν το Γενάρη, θα 'ταν λίγο δύσκολο να γηροκομούν ταυτόχρονα και τους ηλικιωμένους κηρύλους. Παρόλο που αυτό, για τις φίλανδρες αλκυόνες, αναφέρεται και από τον Πλούταρχο, ανήκει στο χώρο του μύθου· αν δείτε πουλί να μεταφέρει στη ράχη του άλλο, φωτογραφήστε το. Ο Αριστοτέλης μάλιστα, τα αναφέρει ως διαφορετικά παραθαλλάσια είδη πουλιών. Αλήθεια το 'χετε πετύχει αυτό το πτηνό εν Ελλάδι;..


Οι Αλκυόνες/Kingfishers χωρίζονται σε τρεις οικογένειες: Alcedinidae (river kingfishers), Halcyonidae (tree kingfishers), και Cerylidae (water kingfishers). Δασεία λοιπόν, στο halcyon και ψιλή στο alcedo (που συμφωνεί με το αρχαίο ἀλκυών) εξαιτίας της παρετυμόλογης τάσης να μεταφραστεί η ἀλκυών, ως ἁλίκυος/ἔγκυος, που κύει/κυεῖ ἐνάλιος, στη θάλασσα. Μάλλον σημαίνει, η δυνατή· ομόρριζο με τα Αλκέτης και Αλκμάν/Αλκμάων, δωρικό του Αλκμαίων/ Αλκμέων· ελληνικό τ' όνομα του αν και η καταγωγή του ή λακωνική ή λυδική. Έγραψε κυρίως παρθένεια, χορικά λυρικά άσματα για κορίτσια, κάτι που συνηθιζόταν στο Δωρικό κόσμο, καθώς έδινε περισσότερη ελευθερία στις γυναίκες. Το μεγαλύτερος μέρος του έργου του έχει χαθεί και μαζί του, μια ματιά εκ των έσω για την αρχαία Σπάρτη.


Tuesday, September 20, 2011

(Δέ θελω τίποτε άλλο) (I want nothing more) (Σεφέρης-Seferis)



Links (Seferis - Tassos Alevizos, engraver) (Old Greek Alphabet book) (Bee-Ilioteyktos)(Homer and his Muse-Stefanidis) (Songbird) (Kylix of Apollo) (orchestra) (XCortada) (Astarte-Kalmakoff) (Pallas Athene- Gustav Klimt) (Education -Chittenden Memorial Window) (Golden face mask) (eroded face) (Persistence of Memory-Dali) (Words in hands) (Only Ashes - Elipa) (Wind in my sail) (red veil above the sea)
 «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά»
Στον Νάνη Παναγιωτόπουλο


Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε.
Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να κινείσαι
μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα,
όταν το λάδι ζεματιστό και το λιωμένο μολύβι αυλακώνουνε τα τειχιά.


Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε,
όχι καθώς ο πόνος μας το θέλει και τα πεινασμένα παιδιά μας
και το χάσμα τής πρόσκλησης των συντρόφων από τον αντίπερα γιαλό∙
μήτε καθώς το ψιθυρίζει το μελανιασμένο φως στο πρόχειρο νοσοκομείο,
το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στο προσκέφαλο του παλικαριού που χειρουργήθηκε το μεσημέρι∙
αλλά με κάποιον άλλο τρόπο, μπορεί να θέλω να πω καθώς
το μακρύ ποτάμι που βγαίνει από τις μεγάλες λίμνες τις κλειστές βαθιά στην Αφρική
και ήτανε κάποτε θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος και δωρητής και δικαστής και δέλτα∙
που δεν είναι ποτές του το ίδιο, κατά που δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι,
κι ωστόσο μένει πάντα το ίδιο σώμα, το ίδιο στρώμα, και το ίδιο Σημείο,
ο ίδιος προσανατολισμός.


Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά-σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.


Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε
γι' αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τις μέρες, το μεγάλο ποτάμι
αυτό το νόημα που προχωρεί ανάμεσα σε βότανα και σε χόρτα
και ζωντανά που βόσκουν και ξεδιψούν κι ανθρώπους που σπέρνουν και που θερίζουν
και σε μεγάλους τάφους ακόμη και μικρές κατοικίες των νεκρών.
Αυτό το ρέμα που τραβάει το δρόμο του και που δεν είναι τόσο διαφορετικό από το αίμα των ανθρώπων
κι από τα μάτια των ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους,
χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για μικροπράματα ή έστω και για τα μεγάλα∙
όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα καθώς ο στρατοκόπος που συνήθισε ν' αναμετρά το δρόμο του με τ' άστρα,
όχι όπως εμείς, την άλλη μέρα, κοιτάζοντας το κλειστό περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι,
πίσω από τα καφασωτά, το δροσερό περιβολάκι ν' αλλάζει σχήμα, να μεγαλώνει και να μικραίνει∙
αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, το σχήμα τού πόθου μας και της καρδιάς μας,
στη στάλα τού μεσημεριού, εμείς το υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου που μας διώχνει και που μας πλάθει, πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήτανε σωστή κι έγινε σκόνη και βούλιαξε μέσα στην άμμο αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς.


Κάιρο, 20 Ιουνίου ΄42


Από τη συλλογή Ημερολόγιο καταστρώματος, Β' (1944)

(γράφτηκε την παραμονή της λήξης της μάχης στην Γκαζάλα/Τομπρούκ)




Η έννοια της "μεταπολεμικότητας" στο ποίημα «Ένας γέροντας στην
ακροποταμιά» (1942) του Γ. Σεφέρη (Τριπουλά Ιωάννα-http://www.arnos.gr/)


Ο Σεφέρης γραμματολογικά ανήκει στη γενιά του ’30, η λογοτεχνική του δραστηριοποίηση, ωστόσο, συνεχίστηκε και στη μεταπολεμική εποχή. Ο ίδιος είναι περισσότερο επηρεασμένος από το (γαλλικό) συμβολισμό, από κάποια στιγμή και έπειτα, ωστόσο, αισθανόμενος την αποτελμάτωση στην οποία έφτασαν οι συμβολιστές την ποίηση με την μονομερή αναζήτηση της σπάνιας λέξης και την διανοητική ένδεια των έργων τους, στράφηκε στην ανανεωτική επίδραση του μοντερνισμού. Η απογοήτευση από την πορεία του συμβολιστικού κινήματος δίνεται παραστατικά στους στίχους «Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί / ετούτη η χάρη. / Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με μουσικές, (…) / και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο που φαγώθηκε από τα / μαλάματα το πρόσωπό της» Επομένως, θα μπορούσε να συγκαταλεχθεί στους «παλιότερους ποιητές, που παλεύουν να απαλλαγούν από την κελυφοποιημένη συμβατικότητα της ποιητικής τους αίσθησης», καθώς η ποίησή του εκφράζει την αμφισβήτηση και μαρτυρεί την «προβληματική του εαυτού της». Συνεχίζοντας, όμως, γίνεται φανερό ότι η αλλαγή που αναζητεί ο ποιητής δεν περιορίζεται μόνο στο χώρο της ποιητικής, αλλά επεκτείνεται στο σύνολο του ανθρώπινου πολιτισμού. Η παρακμή την οποία διαπιστώνει ο Σεφέρης στην ποιητική δημιουργία, εκπορεύεται από τη γενικότερη αίσθηση αποπροσανατολισμού που χαρακτηρίζει την εποχή. Στο σημείο αυτό σημαντική στάθηκε η επίδραση των παρατεταμένων πολεμικών επιχειρήσεων, που συνέβαλαν στην διάλυση των πολιτικών θεσμών, των κοινωνικών δεδομένων, των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων και των ηθικών αξιών. Από αυτή την άποψη, η «ήττα» που ακολούθησε τον πόλεμο δε μπορεί να αποδοθεί μόνο στη μία πλευρά των εμπλεκομένων αλλά είναι ήττα του πολιτισμού και της ανθρωπότητας.«Οι απανωτές σκληρές εμπειρίες των δύο παγκόσμιων και της μικρασιατικής καταστροφής φαίνεται ότι έχουν καθιερώσει στη συνείδηση του ποιητή – και των σύγχρονών του – την πεποίθηση για το σύντομο της ζωής και την εφήμερη ύπαρξη του ανθρώπου («κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή / μας αύριο κάνει πανιά.»). Η νέα οπτική για τη ζωή και την ανθρώπινη δραστηριότητα επιβάλλει την απαλλαγή από την μέριμνα της μορφής και την στροφή του ενδιαφέροντος στην ουσία «χωρίς παραμορφώσεις και συσκοτίσεις». Η αναγκαιότητα του αναπροσανατολισμού είναι αισθητή και επιτακτική: «Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πως προχωρούμε», «Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε»). Οι παλιές μέθοδοι (η «παλιά πολεμίστρα», το «λάδι ζεματιστό», «το λιωμένο μολύβι») αποδεικνύονται ανεπαρκείς και είναι αυτές που έφεραν την ανθρωπότητα στο σημείο της καταστροφής. Ο άνθρωπος πλέον αισθάνεται αδύναμος να κατανοήσει και να ανατρέψει την πορεία στην οποία ο κόσμος μοιάζει να οδηγείται νομοτελειακά («το ρέμα που τραβάει το δρόμο του»).
Ακόμα και σε αυτό το σημείο όμως, η ποίηση του Σεφέρη δεν χάνει τη στοιχειώδη αισιοδοξία της («αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε»). Ο ποιητής νοσταλγεί τη ζωή «που ήτανε σωστή», αυτή που δεν έχει φόβους, έγνοιες για μικροπράγματα, περιορισμούς, την ζωή που επιτρέπει τη χαρά της στιγμής, τα όνειρα και τα σχέδια και εστιάζει στο ουσιώδες και το αληθινό. Η εκτενής αναφορά στο «μεγάλο ποτάμι» -στην άκρη του οποίου κάθεται και ο ίδιος ποιητής, άπραγος ακόλουθος της εξόριστης ελληνικής κυβέρνηση στην Αίγυπτο – συνδυάζει την θεοποίηση του ζωοδότη υγρού στοιχείου από τους αρχαίους λαούς, τον αιγυπτιακό αλλά και τον αρχαίο ελληνικό - βλ. υδάτινες θεότητες όπως ο Πρωτέας ή κοσμογονική και κοσμολογική θεωρία Θαλή («και ήτανε κάποτε θεός») με την ηρακλείτεια αντίληψη για την αδιάκοπη πορεία των πραγμάτων («που δεν είναι ποτές του το ίδιο, κατά που δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι»).
 Σε τελική ανάλυση η ιστορία, η ζωή και η ανθρωπότητα ενέχουν από τη φύση τους το στοιχείο της μεταβολής και της εξελιξιμότητας, μέσα στην οποία ο άνθρωπος εγκλωβίζεται και μπορεί μόνο να προσαρμοστεί («αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς», «το υπομονετικό ζυμάρι / ενός κόσμου που μας διώχνει και μας πλάθει»), όχι να επέμβει. Ο ίδιος, όμως, νόμος της εξέλιξης είναι ό,τι επιτρέπει μια ιδέα ελπίδας. Η ζωή αυτή όπως και η τέχνη, βρίσκονται μέχρι στιγμής στη φάση όπου η φοινικιά είναι ακόμη τέφρα και προσδοκά την αναγέννησή της.
 ...............................................................


(Ο Γιώργος Σεφέρης στην Αίγυπτο τα χρόνια του πολέμου) Κατά την άφιξή του στο Πορτ Σάϊντ στις 16 Μαϊου 1941 ο Γιώργος Σεφέρης, εντυπωσιάστηκε από την ανυπαρξία βουνών:


«Η πιο χαμηλή χώρα που είδα ποτέ μου. Κανένα βουνό στον ορίζοντα. Τα ψηλότερα που βλέπεις, καθώς πλησιάζεις είναι τα καράβια και τα σπίτια. Συλλογίζομαι τον Καβάφη, τέτοια είναι η ποίησή του. Πεζή σαν τον απέραντο κάμπο μπροστά μας. Δεν ανεβοκατεβαίνει. Περπατά. Τον καταλαβαίνω καλύτερα τώρα και τον εκτιμώ γι’ αυτό που έκανε».
.............................................................


(Βαγγέλη Χατζηβασιλείου - Ελευθεροτυπία) Αρχές Αυγούστου του 1971 ο Γιώργος Σεφέρης μπαίνει στον «Ευαγγελισμό», προκειμένου να εγχειριστεί για έλκος του δωδεκαδακτύλου. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τότε πόσο κοντά βρίσκεται το τέλος. Στις 20 Σεπτεμβρίου ο ποιητής πεθαίνει από μετεγχειρητικές περιπλοκές, ενώ δύο ημέρες αργότερα, και αφού η σορός του έχει εκτεθεί σε δημόσιο προσκύνημα, η κηδεία του μετατρέπεται σε εγερτήριο κατά της χούντας και των συνταγματαρχών.....


http://assets.tovima.gr/files/xthesini.pdf  (Το Βήμα 23 Σεπτεμβρίου 1971)
..
 ......παρά το «αποκρυφιστικό λεκτικό» της και τα «δυσκολοκοινώνητα» νοήματά της, κατά τις εκφράσεις του Παλαμά, όταν διαβάζει το 1931 τη «Στροφή» , η ποιητική γλώσσα του Σεφέρη εισάγει στην ελληνική επικράτεια ό,τι πιο ζωντανό διακινείται τότε στην Ευρώπη: την επανάσταση κατά της τήρησης του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας, το σπάσιμο της νοηματικής συνέχειας, το παιχνίδι με τις λογικές μεταπτώσεις και τα λογικά χάσματα, καθώς και το έντονο φλερτ με την πρόζα και την πεζολογία.
.......................................................
(http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/george_seferis/seferis-general.htm)Ο Σεφέρης δεν είναι εύκολος ποιητής αλλά δεν είναι σκοτεινός. Η γλώσσα που μιλά είναι δύσκολη , στη γλώσσα όμως αυτή η φωνή του είναι καθαρή και απερίφραστη. Εχεις την εντύπωση πως πέτυχε την καίρια έκφραση, που δεν μπορεί να ειπωθεί αλλιώς. Αυτό είναι το πιο αξιοαγάπητο στην ποίησή του, η απλότητα που φτάνει στη θερμότητα μιας εξομολόγησης. Η ποίηση του Σεφέρη δεν είναι βέβαια χαρούμενη. Είναι απαισιόδοξη και μελαγχολική. Εχει τη θλίψη του ανθρώπου που συλλογίζεται πολύ πάνω στα ανθρώπινα, κι ακόμα του Ελληνα με το κατακάθι της πίκρας από τη σκλαβιά και τις εθνικές περιπέτειες. Ωστόσο η διάθεση αυτή δεν οδηγεί στην άρνηση ή στην καταστροφή. Από την άλλη πλευρά του σκοταδιού είναι το φως, μαύρο και αγγελικό, " από το μέρος του ήλιου" στο κάστρο της Ασίνης θα ανεβεί στο τέλος "ασπιδοφόρος ο ήλιος πολεμώντας". Κάτω από την άρνηση υπάρχει μια πίστη που προστατεύει από την απελπισία, και μια στιβαρή αίσθηση των πραγμάτων που προφυλάσσει από τη διάλυση και το μηδενισμό.


Monday, September 12, 2011

Anacreontic oldie song for a young lady (Γέρος μαργιόλης καντάδει μια κόρη)


Μή με αποφεύγεις βλέποντας
τα κάτασπρα μαλλιά μου
μήτ' επειδή ειν' τα νιάτα σου
σα ζωντανό λουλούδι
τα δώρα μου ν' αρνηθείς
κοίταξε πόσο όμορφα
ταιριάζουν τα άσπρα κρίνα
όταν με ρόδα αγκαλιαστούν
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
                                     τὴν ἐμὴν λευκήν κεφαλὴν_____ (τὰν πολιὰν ἔθειραν)
μηδ᾽, ὅτι σοὶ πάρεστιν
ἄνθος ἀκμαῖον
                                                 ἐμὰ δῶρα διώξῃς ________(τἀμὰ φίλτρα διώξῃς)
ὅπως πρέπει τὰ λευκά
 ῥόδοις κρίνα πλακέντα
...................
τὰ πλακέντα (τα πλεγμένα) 
(ὁ πλακείς, ἡ πλακεῖσα, τὸ πλακέν) -> ἐπλάκην (πλέχτηκα) ->  πλέκομαι
.......................
(Κράση__καὶ + ἐν = κἀν (και στ..)__
κἀν στεφάνοισιν__καὶ  ἐν τοῖς στεφάνοις__ακόμα και στα στεφάνια)
__καὶ + ἄν = κἄν (και αν)
 ..........................
φίλτρον
= ξόρκι, μάγια και η αγάπη (απέμεινε μόνο το "μητρικό φίλτρο")
που είναι και η ετυμολογική του ρίζα (φιλέω = αγαπώ)
εδώ τώρα μπορεί να παρανοήσει η κοπελιά
"...μην απορίψεις κόρη μου τα μάγια που σου κάνω!
....γιάηντα 'ναι μετρημένες οι χαρές για μένα εδώ πάνω"
 .................................
ἔθειρα (θρίξ) χαίτη αλόγου (ποιητικώς τα μαλλιά)
ἐθειράζω μακροκομέω/μακρυκομώ, τρέφω τρίχες (ἐθειράδες γενειάδες)
τανυέθειρα Σεμέλα__λέει ο Πίνδαρος__Σεμέλη κυματομαλλούσα
κατά το (τανύω) τανυσίπτερος, η ανοιγοφτέρουγη
......................
η λέξη ξεχάστηκε και μας την πήραν δυό ζωύφια
τριαινοειδής/τριαινώδης/ που μοιάζει με τρίαινα
η ραβδογάστηρ/ραβδογαστέρα (;)
..............................................

μετά το άσμα, ο πολιός μαργιόλης γέρος....
αν της έλεγε τα παραπάνω έτυμα θα την έχανε ή
θα την κέρδιζε την κοπελιά ο έρμος; :-)
μόνο αν ήταν στη διδακτέα ύλη
θα πιανε η μαργιολιά...
.....
1.  τσαχπινιά, το νάζι στον έρωτα
2. (μτφ.) α) το τέχνασμα, η κατεργαριά, η πανουργία, β) η ευστροφία.
απ' το ιταλικό mariolo, εκεί έχει μόνο κακό νόημα
....στα υπόψη μη φάμε από Ιταλίδα χυλόπιτα :-)

............................................


......τί με φεύγεις τὸν γέροντα;....

Κλῦθί μεο γέροντος εὐέθειρα χρυσόπεπλε κοῦρα
άκου με του γέρου, πυκνόμαλλη, χρυσόπεπλη κόρη


...και οι ΓέΡΟΙ έΧΟΥΝ ΨΥΧή.....


((Sappho und Anakreon))
.................................


...Λεν οι γυναίκες: "Ανακρέων γέρος είσαι,   πάρε καθρέφτη δες...


Ίσως εκείνο που ζητάς εγώ να μην το έχω κι απ' ό,τι ονειρεύτηκες εγώ πολύ ν' απέχω.
..........

Tuesday, September 6, 2011

((Three Loads))-((Τρία Βάρη))




http://inseconds.blogspot.com/((Lyrics))



Σαν σαλίγκαρος φορώ
το μικρό στεγαστικό
μου δάνειο.


Απο το κεφάλι μου
έπεσαν οι δόσεις μου,
..το άγχος ωκεάνειο.


Like a snail I walk
in the middle of the road
on my home loan


Out of my head
have fallen my debts,
the stress is countless


Περπατώ
στο οικολογικό του βήμα..
κι ο πομπός
..στο πατρικό του σήμα...


A bald father,
having a gift to load,
..a childish car on his back..
in the middle of the road!


Νιώθω μικρή στις
μεγάλες του πλάτες,
τα βάσανα μου κρέμονται
σαν αυταπάτες.


Feeling small on his back,
my kids fly in clouds,
as we march,
for the ground attack.


Τρία βάρη έχω στην καρδιά
μου, τί να πω για τα παθήματα μου


Three loads upon my heart alone,
wondering what is the last..
hope of my own..

((Ballon Father))

πού πας βρε μπαλοφάδερ
με τη σχολική την τσάντα;;
βρήκες σχολείο για μπαμπάδες;;
κανόνισε να αποφοιτήσεις
και γρήγορα να μας γυρίσεις
 και μη σου σκάσουν τα μπαλόνια
και ανεζητάς χαμένα χρόνια
...............................


και έμειναν παραπονεμένα τα βάρη της γάτας με την πεθερά




...θα 'χαμε πέντε βάρη...
αλλά στριμωχτήκαμε στα
τρία βασικά
(σκεπή-τουτού-νινί)
1)Σπίτι
2)Αυτοκίνητο
3)Παιδιά 
................................
είναι βέβαια πατροκεντρικό
...ελπίζω στο μέλλον να βγει και
για της Mάνας τα βάρη σχετικό
.................
Υ.Γ.
στον αδερφό μου που με θάρρος
γέννησε το πρώτο του το βάρος :-)