Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

(Δέ θελω τίποτε άλλο) (I want nothing more) (Σεφέρης-Seferis)



Links (Seferis - Tassos Alevizos, engraver) (Old Greek Alphabet book) (Bee-Ilioteyktos)(Homer and his Muse-Stefanidis) (Songbird) (Kylix of Apollo) (orchestra) (XCortada) (Astarte-Kalmakoff) (Pallas Athene- Gustav Klimt) (Education -Chittenden Memorial Window) (Golden face mask) (eroded face) (Persistence of Memory-Dali) (Words in hands) (Only Ashes - Elipa) (Wind in my sail) (red veil above the sea)
 «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά»
Στον Νάνη Παναγιωτόπουλο


Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε.
Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να κινείσαι
μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα,
όταν το λάδι ζεματιστό και το λιωμένο μολύβι αυλακώνουνε τα τειχιά.


Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε,
όχι καθώς ο πόνος μας το θέλει και τα πεινασμένα παιδιά μας
και το χάσμα τής πρόσκλησης των συντρόφων από τον αντίπερα γιαλό∙
μήτε καθώς το ψιθυρίζει το μελανιασμένο φως στο πρόχειρο νοσοκομείο,
το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στο προσκέφαλο του παλικαριού που χειρουργήθηκε το μεσημέρι∙
αλλά με κάποιον άλλο τρόπο, μπορεί να θέλω να πω καθώς
το μακρύ ποτάμι που βγαίνει από τις μεγάλες λίμνες τις κλειστές βαθιά στην Αφρική
και ήτανε κάποτε θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος και δωρητής και δικαστής και δέλτα∙
που δεν είναι ποτές του το ίδιο, κατά που δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι,
κι ωστόσο μένει πάντα το ίδιο σώμα, το ίδιο στρώμα, και το ίδιο Σημείο,
ο ίδιος προσανατολισμός.


Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά-σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.


Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε
γι' αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τις μέρες, το μεγάλο ποτάμι
αυτό το νόημα που προχωρεί ανάμεσα σε βότανα και σε χόρτα
και ζωντανά που βόσκουν και ξεδιψούν κι ανθρώπους που σπέρνουν και που θερίζουν
και σε μεγάλους τάφους ακόμη και μικρές κατοικίες των νεκρών.
Αυτό το ρέμα που τραβάει το δρόμο του και που δεν είναι τόσο διαφορετικό από το αίμα των ανθρώπων
κι από τα μάτια των ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους,
χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για μικροπράματα ή έστω και για τα μεγάλα∙
όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα καθώς ο στρατοκόπος που συνήθισε ν' αναμετρά το δρόμο του με τ' άστρα,
όχι όπως εμείς, την άλλη μέρα, κοιτάζοντας το κλειστό περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι,
πίσω από τα καφασωτά, το δροσερό περιβολάκι ν' αλλάζει σχήμα, να μεγαλώνει και να μικραίνει∙
αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, το σχήμα τού πόθου μας και της καρδιάς μας,
στη στάλα τού μεσημεριού, εμείς το υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου που μας διώχνει και που μας πλάθει, πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήτανε σωστή κι έγινε σκόνη και βούλιαξε μέσα στην άμμο αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς.


Κάιρο, 20 Ιουνίου ΄42


Από τη συλλογή Ημερολόγιο καταστρώματος, Β' (1944)

(γράφτηκε την παραμονή της λήξης της μάχης στην Γκαζάλα/Τομπρούκ)




Η έννοια της "μεταπολεμικότητας" στο ποίημα «Ένας γέροντας στην
ακροποταμιά» (1942) του Γ. Σεφέρη (Τριπουλά Ιωάννα-http://www.arnos.gr/)


Ο Σεφέρης γραμματολογικά ανήκει στη γενιά του ’30, η λογοτεχνική του δραστηριοποίηση, ωστόσο, συνεχίστηκε και στη μεταπολεμική εποχή. Ο ίδιος είναι περισσότερο επηρεασμένος από το (γαλλικό) συμβολισμό, από κάποια στιγμή και έπειτα, ωστόσο, αισθανόμενος την αποτελμάτωση στην οποία έφτασαν οι συμβολιστές την ποίηση με την μονομερή αναζήτηση της σπάνιας λέξης και την διανοητική ένδεια των έργων τους, στράφηκε στην ανανεωτική επίδραση του μοντερνισμού. Η απογοήτευση από την πορεία του συμβολιστικού κινήματος δίνεται παραστατικά στους στίχους «Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί / ετούτη η χάρη. / Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με μουσικές, (…) / και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο που φαγώθηκε από τα / μαλάματα το πρόσωπό της» Επομένως, θα μπορούσε να συγκαταλεχθεί στους «παλιότερους ποιητές, που παλεύουν να απαλλαγούν από την κελυφοποιημένη συμβατικότητα της ποιητικής τους αίσθησης», καθώς η ποίησή του εκφράζει την αμφισβήτηση και μαρτυρεί την «προβληματική του εαυτού της». Συνεχίζοντας, όμως, γίνεται φανερό ότι η αλλαγή που αναζητεί ο ποιητής δεν περιορίζεται μόνο στο χώρο της ποιητικής, αλλά επεκτείνεται στο σύνολο του ανθρώπινου πολιτισμού. Η παρακμή την οποία διαπιστώνει ο Σεφέρης στην ποιητική δημιουργία, εκπορεύεται από τη γενικότερη αίσθηση αποπροσανατολισμού που χαρακτηρίζει την εποχή. Στο σημείο αυτό σημαντική στάθηκε η επίδραση των παρατεταμένων πολεμικών επιχειρήσεων, που συνέβαλαν στην διάλυση των πολιτικών θεσμών, των κοινωνικών δεδομένων, των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων και των ηθικών αξιών. Από αυτή την άποψη, η «ήττα» που ακολούθησε τον πόλεμο δε μπορεί να αποδοθεί μόνο στη μία πλευρά των εμπλεκομένων αλλά είναι ήττα του πολιτισμού και της ανθρωπότητας.«Οι απανωτές σκληρές εμπειρίες των δύο παγκόσμιων και της μικρασιατικής καταστροφής φαίνεται ότι έχουν καθιερώσει στη συνείδηση του ποιητή – και των σύγχρονών του – την πεποίθηση για το σύντομο της ζωής και την εφήμερη ύπαρξη του ανθρώπου («κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή / μας αύριο κάνει πανιά.»). Η νέα οπτική για τη ζωή και την ανθρώπινη δραστηριότητα επιβάλλει την απαλλαγή από την μέριμνα της μορφής και την στροφή του ενδιαφέροντος στην ουσία «χωρίς παραμορφώσεις και συσκοτίσεις». Η αναγκαιότητα του αναπροσανατολισμού είναι αισθητή και επιτακτική: «Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πως προχωρούμε», «Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε»). Οι παλιές μέθοδοι (η «παλιά πολεμίστρα», το «λάδι ζεματιστό», «το λιωμένο μολύβι») αποδεικνύονται ανεπαρκείς και είναι αυτές που έφεραν την ανθρωπότητα στο σημείο της καταστροφής. Ο άνθρωπος πλέον αισθάνεται αδύναμος να κατανοήσει και να ανατρέψει την πορεία στην οποία ο κόσμος μοιάζει να οδηγείται νομοτελειακά («το ρέμα που τραβάει το δρόμο του»).
Ακόμα και σε αυτό το σημείο όμως, η ποίηση του Σεφέρη δεν χάνει τη στοιχειώδη αισιοδοξία της («αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε»). Ο ποιητής νοσταλγεί τη ζωή «που ήτανε σωστή», αυτή που δεν έχει φόβους, έγνοιες για μικροπράγματα, περιορισμούς, την ζωή που επιτρέπει τη χαρά της στιγμής, τα όνειρα και τα σχέδια και εστιάζει στο ουσιώδες και το αληθινό. Η εκτενής αναφορά στο «μεγάλο ποτάμι» -στην άκρη του οποίου κάθεται και ο ίδιος ποιητής, άπραγος ακόλουθος της εξόριστης ελληνικής κυβέρνηση στην Αίγυπτο – συνδυάζει την θεοποίηση του ζωοδότη υγρού στοιχείου από τους αρχαίους λαούς, τον αιγυπτιακό αλλά και τον αρχαίο ελληνικό - βλ. υδάτινες θεότητες όπως ο Πρωτέας ή κοσμογονική και κοσμολογική θεωρία Θαλή («και ήτανε κάποτε θεός») με την ηρακλείτεια αντίληψη για την αδιάκοπη πορεία των πραγμάτων («που δεν είναι ποτές του το ίδιο, κατά που δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι»).
 Σε τελική ανάλυση η ιστορία, η ζωή και η ανθρωπότητα ενέχουν από τη φύση τους το στοιχείο της μεταβολής και της εξελιξιμότητας, μέσα στην οποία ο άνθρωπος εγκλωβίζεται και μπορεί μόνο να προσαρμοστεί («αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς», «το υπομονετικό ζυμάρι / ενός κόσμου που μας διώχνει και μας πλάθει»), όχι να επέμβει. Ο ίδιος, όμως, νόμος της εξέλιξης είναι ό,τι επιτρέπει μια ιδέα ελπίδας. Η ζωή αυτή όπως και η τέχνη, βρίσκονται μέχρι στιγμής στη φάση όπου η φοινικιά είναι ακόμη τέφρα και προσδοκά την αναγέννησή της.
 ...............................................................


(Ο Γιώργος Σεφέρης στην Αίγυπτο τα χρόνια του πολέμου) Κατά την άφιξή του στο Πορτ Σάϊντ στις 16 Μαϊου 1941 ο Γιώργος Σεφέρης, εντυπωσιάστηκε από την ανυπαρξία βουνών:


«Η πιο χαμηλή χώρα που είδα ποτέ μου. Κανένα βουνό στον ορίζοντα. Τα ψηλότερα που βλέπεις, καθώς πλησιάζεις είναι τα καράβια και τα σπίτια. Συλλογίζομαι τον Καβάφη, τέτοια είναι η ποίησή του. Πεζή σαν τον απέραντο κάμπο μπροστά μας. Δεν ανεβοκατεβαίνει. Περπατά. Τον καταλαβαίνω καλύτερα τώρα και τον εκτιμώ γι’ αυτό που έκανε».
.............................................................


(Βαγγέλη Χατζηβασιλείου - Ελευθεροτυπία) Αρχές Αυγούστου του 1971 ο Γιώργος Σεφέρης μπαίνει στον «Ευαγγελισμό», προκειμένου να εγχειριστεί για έλκος του δωδεκαδακτύλου. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τότε πόσο κοντά βρίσκεται το τέλος. Στις 20 Σεπτεμβρίου ο ποιητής πεθαίνει από μετεγχειρητικές περιπλοκές, ενώ δύο ημέρες αργότερα, και αφού η σορός του έχει εκτεθεί σε δημόσιο προσκύνημα, η κηδεία του μετατρέπεται σε εγερτήριο κατά της χούντας και των συνταγματαρχών.....


http://assets.tovima.gr/files/xthesini.pdf  (Το Βήμα 23 Σεπτεμβρίου 1971)
..
 ......παρά το «αποκρυφιστικό λεκτικό» της και τα «δυσκολοκοινώνητα» νοήματά της, κατά τις εκφράσεις του Παλαμά, όταν διαβάζει το 1931 τη «Στροφή» , η ποιητική γλώσσα του Σεφέρη εισάγει στην ελληνική επικράτεια ό,τι πιο ζωντανό διακινείται τότε στην Ευρώπη: την επανάσταση κατά της τήρησης του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας, το σπάσιμο της νοηματικής συνέχειας, το παιχνίδι με τις λογικές μεταπτώσεις και τα λογικά χάσματα, καθώς και το έντονο φλερτ με την πρόζα και την πεζολογία.
.......................................................
(http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/george_seferis/seferis-general.htm)Ο Σεφέρης δεν είναι εύκολος ποιητής αλλά δεν είναι σκοτεινός. Η γλώσσα που μιλά είναι δύσκολη , στη γλώσσα όμως αυτή η φωνή του είναι καθαρή και απερίφραστη. Εχεις την εντύπωση πως πέτυχε την καίρια έκφραση, που δεν μπορεί να ειπωθεί αλλιώς. Αυτό είναι το πιο αξιοαγάπητο στην ποίησή του, η απλότητα που φτάνει στη θερμότητα μιας εξομολόγησης. Η ποίηση του Σεφέρη δεν είναι βέβαια χαρούμενη. Είναι απαισιόδοξη και μελαγχολική. Εχει τη θλίψη του ανθρώπου που συλλογίζεται πολύ πάνω στα ανθρώπινα, κι ακόμα του Ελληνα με το κατακάθι της πίκρας από τη σκλαβιά και τις εθνικές περιπέτειες. Ωστόσο η διάθεση αυτή δεν οδηγεί στην άρνηση ή στην καταστροφή. Από την άλλη πλευρά του σκοταδιού είναι το φως, μαύρο και αγγελικό, " από το μέρος του ήλιου" στο κάστρο της Ασίνης θα ανεβεί στο τέλος "ασπιδοφόρος ο ήλιος πολεμώντας". Κάτω από την άρνηση υπάρχει μια πίστη που προστατεύει από την απελπισία, και μια στιβαρή αίσθηση των πραγμάτων που προφυλάσσει από τη διάλυση και το μηδενισμό.


Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011

Anacreontic oldie song for a young lady (Γέρος μαργιόλης καντάδει μια κόρη)


Μή με αποφεύγεις βλέποντας
τα κάτασπρα μαλλιά μου
μήτ' επειδή ειν' τα νιάτα σου
σα ζωντανό λουλούδι
τα δώρα μου ν' αρνηθείς
κοίταξε πόσο όμορφα
ταιριάζουν τα άσπρα κρίνα
όταν με ρόδα αγκαλιαστούν
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
                                     τὴν ἐμὴν λευκήν κεφαλὴν_____ (τὰν πολιὰν ἔθειραν)
μηδ᾽, ὅτι σοὶ πάρεστιν
ἄνθος ἀκμαῖον
                                                 ἐμὰ δῶρα διώξῃς ________(τἀμὰ φίλτρα διώξῃς)
ὅπως πρέπει τὰ λευκά
 ῥόδοις κρίνα πλακέντα
...................
τὰ πλακέντα (τα πλεγμένα) 
(ὁ πλακείς, ἡ πλακεῖσα, τὸ πλακέν) -> ἐπλάκην (πλέχτηκα) ->  πλέκομαι
.......................
(Κράση__καὶ + ἐν = κἀν (και στ..)__
κἀν στεφάνοισιν__καὶ  ἐν τοῖς στεφάνοις__ακόμα και στα στεφάνια)
__καὶ + ἄν = κἄν (και αν)
 ..........................
φίλτρον
= ξόρκι, μάγια και η αγάπη (απέμεινε μόνο το "μητρικό φίλτρο")
που είναι και η ετυμολογική του ρίζα (φιλέω = αγαπώ)
εδώ τώρα μπορεί να παρανοήσει η κοπελιά
"...μην απορίψεις κόρη μου τα μάγια που σου κάνω!
....γιάηντα 'ναι μετρημένες οι χαρές για μένα εδώ πάνω"
 .................................
ἔθειρα (θρίξ) χαίτη αλόγου (ποιητικώς τα μαλλιά)
ἐθειράζω μακροκομέω/μακρυκομώ, τρέφω τρίχες (ἐθειράδες γενειάδες)
τανυέθειρα Σεμέλα__λέει ο Πίνδαρος__Σεμέλη κυματομαλλούσα
κατά το (τανύω) τανυσίπτερος, η ανοιγοφτέρουγη
......................
η λέξη ξεχάστηκε και μας την πήραν δυό ζωύφια
τριαινοειδής/τριαινώδης/ που μοιάζει με τρίαινα
η ραβδογάστηρ/ραβδογαστέρα (;)
..............................................

μετά το άσμα, ο πολιός μαργιόλης γέρος....
αν της έλεγε τα παραπάνω έτυμα θα την έχανε ή
θα την κέρδιζε την κοπελιά ο έρμος; :-)
μόνο αν ήταν στη διδακτέα ύλη
θα πιανε η μαργιολιά...
.....
1.  τσαχπινιά, το νάζι στον έρωτα
2. (μτφ.) α) το τέχνασμα, η κατεργαριά, η πανουργία, β) η ευστροφία.
απ' το ιταλικό mariolo, εκεί έχει μόνο κακό νόημα
....στα υπόψη μη φάμε από Ιταλίδα χυλόπιτα :-)

............................................


......τί με φεύγεις τὸν γέροντα;....

Κλῦθί μεο γέροντος εὐέθειρα χρυσόπεπλε κοῦρα
άκου με του γέρου, πυκνόμαλλη, χρυσόπεπλη κόρη


...και οι ΓέΡΟΙ έΧΟΥΝ ΨΥΧή.....


((Sappho und Anakreon))
.................................


...Λεν οι γυναίκες: "Ανακρέων γέρος είσαι,   πάρε καθρέφτη δες...


Ίσως εκείνο που ζητάς εγώ να μην το έχω κι απ' ό,τι ονειρεύτηκες εγώ πολύ ν' απέχω.
..........

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011

((Three Loads))-((Τρία Βάρη))




http://inseconds.blogspot.com/((Lyrics))



Σαν σαλίγκαρος φορώ
το μικρό στεγαστικό
μου δάνειο.


Απο το κεφάλι μου
έπεσαν οι δόσεις μου,
..το άγχος ωκεάνειο.


Like a snail I walk
in the middle of the road
on my home loan


Out of my head
have fallen my debts,
the stress is countless


Περπατώ
στο οικολογικό του βήμα..
κι ο πομπός
..στο πατρικό του σήμα...


A bald father,
having a gift to load,
..a childish car on his back..
in the middle of the road!


Νιώθω μικρή στις
μεγάλες του πλάτες,
τα βάσανα μου κρέμονται
σαν αυταπάτες.


Feeling small on his back,
my kids fly in clouds,
as we march,
for the ground attack.


Τρία βάρη έχω στην καρδιά
μου, τί να πω για τα παθήματα μου


Three loads upon my heart alone,
wondering what is the last..
hope of my own..

((Ballon Father))

πού πας βρε μπαλοφάδερ
με τη σχολική την τσάντα;;
βρήκες σχολείο για μπαμπάδες;;
κανόνισε να αποφοιτήσεις
και γρήγορα να μας γυρίσεις
 και μη σου σκάσουν τα μπαλόνια
και ανεζητάς χαμένα χρόνια
...............................


και έμειναν παραπονεμένα τα βάρη της γάτας με την πεθερά




...θα 'χαμε πέντε βάρη...
αλλά στριμωχτήκαμε στα
τρία βασικά
(σκεπή-τουτού-νινί)
1)Σπίτι
2)Αυτοκίνητο
3)Παιδιά 
................................
είναι βέβαια πατροκεντρικό
...ελπίζω στο μέλλον να βγει και
για της Mάνας τα βάρη σχετικό
.................
Υ.Γ.
στον αδερφό μου που με θάρρος
γέννησε το πρώτο του το βάρος :-)

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2011

In the House of the Soul (C.P. Cavafy)



Links (Dark House) (candles) (Muses-Peruzzi) (Greek women-collage) (Sapphire) (Hetairae) (Greek Parliament) (Warm Nights) (Frog Fornication) (Dancing Women 1 ,2 ) (Parthenagogeion, Thessalonica) (mathitria koukla) (Deligianneio Parthenagogeio)(Greek Nuns) (Chios Nea Moni Mosaic) (Party Dancers) (Agher Church window, Ireland) (Woman through wet window) (Audrey Hepburn Nun) (Party : Romeo + Juliet film) (Dancing Flowers)


Μέσα στὸ Σπίτι τῆς Ψυχῆς γυρίζουνε τὰ Πάθη-
ὡραῖες γυναῖκες στὰ μεταξωτὰ
ντυμένες, καὶ μὲ σάπφειρους εἰς τὸ κεφάλι.
Ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ ἕως μέσα εἰς τὰ βάθη
ὁρίζουνε τὲς αἴθουσες ὅλες. Στὴν πιὸ μεγάλη-
τὲς νύχτες ποὺ τὸ αἷμα των ζεστάθη-
χορεύουνε καὶ πίνουνε μὲ τὰ μαλλιὰ λυτά.
 ~
Ἔξω ἀπ’τὲς αἴθουσες χλωμὲς καὶ κακοεντυμένες
μὲ φορεσιὲς ἑνὸς παληοῦ καιροῦ,
ἡ Ἀρετὲς γυρίζουν καὶ μὲ πίκρα ἀκοῦνε
τὴν ἑορτὴ ποὺ κάμνουνε ἡ ἑταῖρες μεθυσμένες.
Στῶν παραθύρων τὰ ὑαλιὰ τὰ πρόσωπα κολνοῦνε
καὶ βλέπουν σιωπηλές, συλλογισμένες,
τὰ φῶτα, τὰ διαμαντικά, καὶ τ’ἄνθη τοῦ χοροῦ.
............................
Mais, parmi cette neige, une flamme empiète,
Écho d'un foyer rouge et qui somnole un peu
Plus au fond, tout au fond, dans la Maison de l'Âme,
Où vont et viennent et s'assoient autour d'un feu
Les Passions, avec leurs visages de femme.
 ~
En l’eau tiède des yeux tranquilles combien j’ai
Souvent, le soir, plongé mon visage et nagé
Dans leur silence, vers une rive inconnue !
Mon âme s’y sentait toute légère et nue
Et délivrée enfin des pesanteurs du corps.
...............................................
Μα ανάμεσα στο χιόνι αυτό μια φλόγα ορμά
Ηχώ από κόκκινη παραστιά που για λίγο νυστάζει
Πιό βαθιά, πέρα βαθιά, μέσα στο Σπίτι της Ψυχής,
εκεί πάνε κι έρχονται και κάθονται γύρω από μια φωτιά
τα Πάθη, με τα πρόσωπα τους, γυναίκας να μοιάζουν

Σε νερό χλιαρό με μάτια ατάραχα πόσες φορές
συχνά το βράδι το πρόσωπο βούτηξα
και κολύμπησα στη σιωπή τους
κατά μήκος μιας άγνωστης όχθης!
Η ψυχή μου όλη ένιωθε ανάλαφρη, γυμνή
από του σώματος λέφτερη επιτέλους τα βάρη
.............................................................



Αν το καβαφικό γράφτηκε το 1894 και το γαλλικό του Βέλγου παρακμιακού George Rodenbach , Ζωρζ Ρόντενμπαχ το 1896....εμπνεύστηκε ο Καβάφης αυτογενώς το ποίημα...μετά διάβασε το (Les Vies encloses, Έγκλειστες Ζωές) στο (Le Voyage dans les yeux, Ταξίδι στα Mάτια, IX) είδε ότι ταίριαζε το απόσπασμα και το προμετώπισε;;...Ο Κ.Θ. Δημαράς (Νεανικά Ποιήματα, σελ.76) αναφέρει...μάλλον το 1896 ή λίγο πριν...Το 1897 πάντως, έκανε και ένα ταξίδι στο Λονδίνο και το Παρίσι με τον αδερφό του Ιωάννη...αυτός ο Τζων Καβάφης είναι και ο πρώτος αγγλόφωνος μεταφραστής του...In the Soul's House the Passions circulate....βρίσκεις άκρη από ποίημα νεανικό, κρυμμένο, αδημοσίευτο;;...

Και συνοψίζει ο Δημαράς : Δίπλα στις επιδράσεις που δεχόταν ο νέος ποιητής, του αθηναϊκού ρομαντισμού πρώτα, και ύστερα του παρνασσισμού, παρουσιάζεται γρήγορα και μια τρίτη σχολή που θα τον επηρεάσει και αυτή αποφασιστικά. Είναι ο, γαλλικός και αυτός, συμβολισμός· παρουσιάστηκε σαν αντίδραση στην ξηρότητα του παρνασσισμού. Εκφράζει τις διεκδικήσεις της ψυχής, του συναισθηματικού κόσμου, τα στοιχεία της ρέμβης, του ονείρου, της αοριστίας.....*οι ατέλειες και οι αδεξιότητες του ποιήματος, δεν θα έπρεπε να μας κάνουν να παραβλέψουμε την παραστατική δύναμη των στίχων και την υποβλητικότητα που παρουσιάζουν.....απ' τα νεανικά ποιήματα άλλα αποκήρυξε και άλλα απέκρυψε. Κι όμως όλόκληρος ο καβαφικός κόσμος, όλη η ιδιοτυπία της παραγωγής του Καβάφη βρίσκονται υποδηλωμένα εδώ μέσα.

*Πέρα από το περιττό ε στο κάμνουν-ε οι εταίρες, δεν βλέπω άλλη ατέλεια...το μόνο μειονέκτημα του είν' πως παρουσιάζει την ανδρική πλευρά της φαντασίωσης...έτσι για λόγους δικαιοσύνης προς αναγνώστριες, κολλάω ως παρένθεση, τον αποκηρυγμένο παρνασσίζοντα  Οράτιο εν Αθήναις (1898)


Εἰς τῆς ἑταίρας Λέας το δωμάτιον,
ὅπου κομψότης, πλοῦτος, κλίνη ἁπαλή,
νέος μ  άσμας ες τς χερας μιλε
Κοσμοσι τος δακτύλους του λίθοι πολλοί,
 ~
κ' κ σηρικο λευκο φορε μάτιον
 μ νατολικ κεντήματ’ ρυθρ.
γλσσα του εν’ ττικ κα καθαρά,
λλ’ λαφρός τις τόνος ν τ προφορ
~
τν Τίβεριν προδίδει κα τ Λάτιον.
νέος τν γάπην του μολογε,
κ’ θηναία τν κούει ν σιγ
~
τν εγλωττόν της ραστν ράτιον·
κ’ κθαμβος βλέπει νέους κόσμους το Καλο
ντς το πάθους το μεγάλου ταλο


 ....σπάνιες αντιθέσεις.....
.....άντρας λάλος με πάθος, πετράδια, λευκά μεταξωτά, κουλτουρέ προφορά...γυναίκα άλαλη.....


Όντως ο ποιητής Οράτιος σπούδασε ελληνικά στην Αθήνα γύρω στο 30 π.Χ και το σηρικό/μεταξωτό του ρούχο, εισαγωγής, made in China, από τους αρχαίους Σῆρες/Seres, ίσως απ' την κινέζικη λέξη si, μετάξι. Και το γιασεμί/ίασμος/ιάσμη απ' την Ασία· περσικό yasamen. Η Λέα, ωραίο όνομα, εμπνευσμένο ίσως απ' τις εταίρες Λαΐδα, Λέαινα ή Λεόντιον ή μήπως το εβραϊκό Leah/Λεία...

Οι τελευταίοι στίχοι θυμίζουν κάτι μεταξύ Ωραία μου Κυρία και Pretty Woman...έκθαμβος η Λέα μαθαίνει νέους κόσμους Ομορφιάς στους στίχους και το μπλα-μπλα του εραστή της...μα είναι δυνατόν;;..εταίρα μορφωμένη να θαμπώνεται από τέτοια;;...μάλλον προσποιείται από ευγένεια και υποκλίνεται στο πάθος του Λατίνου εραστή....

Εδώ στα νιάτα του ο Καβάφης περιγράφει κατ' εξαίρεση  Γυναίκες της Ηδονής και τον Ετερόφυλο Έρωτα.

Και τα δυό ποιήματα φαίνεται να περιγράφουν την Αρχαία Ελλάδα· το δεύτερο ναι, το πρώτο όχι· μιλάει για το Σπίτι της Ψυχής του Μεσαίωνα και της Βικτοριανής Ηθικής, ακόμα και τη δεκαετία του εξήντα και εβδομήντα, όταν ενάρετοι έφηβοι δεν πήγαιναν σε πάρτυ για λόγους αυτοπειθαρχίας ή γονεϊκής καταστολής. Οι αρχαίοι δεν ήταν στερημένοι πουριτανοί, ώστε σε κάποιο συμπόσιο, κάποιες λιγούρες Αρετές, να 'χουν κολλήσει τα μούτρα στα παράθυρα.

Αυτό το ψυχολογικό δίλημμα Ηδονές-Αρετές αντιμετωπίζουν μέσα τους και δυο άλλοι καβαφικοί νέοι..ο Σύρος Μυρτίας (4ος μ.Χ. -1911) και ο Εβραίος Ιάνθης Αντωνίου (1ος π.Χ - 1919)...πολύ χαρακτηριστικό της καβαφικής θεματολογίας.

Και κλείνω με την ουσία του τίτλου...αυτά συνέβαιναν μέσα τους, βαθιά, στον οίκο της ψυχής...βράζουν τα πάθη...απέξω στον κόσμο φαίνονταν φρόνιμοι και πραείς, ενάρετοι μιας άλλης εποχής....