Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

Στρίγγ' Ἀποπομπεῖν Νυκτιβόαν (:-Στριγγὸς Ἐξορκισμὸς:-)

Διώχνε τη ζάρα που νύχτα, μπαμ!
κράζει απάνω απ' τα σπίτια, μπαμ!
Στρίγγ' ἀποπομπεῖν ἀπὸ δόμων, μπαμ!
μπαμ-μπαμ, μπαμ-μπαμ,μπαμ-μπαμπ ἀεί!
Στρίγγ' ἀποπομπεῖν ἀπὸ νεῶν ὠκυπόρων
Διώχτηνα και απ' τα ταχύπλοα πλοία
Στρίγγ(α) ἀποπομπεῖν!
....
Ἄνδρ' ἀποπομπεῖν δεισιδαίμον-α!
καὶ γραώδεις μύθους πιστεύοντ-α!
μπού! χεστρίγκο άνθρωπε, χεστρί-χεστρί-χεστρίγκος εἶ!
Εγω στριγγώ για νά βρω ποντικό
που το τυρί σου τρώει!

Strix aʊl scram out, the night-hooter, bam!
 Αʊst barn owl screeching by night over houses, bam! 
(zara, cretan name for tyto alba
Repel strix owl from house, sbam!
o bird evil-possesed; shoo! bad-omened bird!
bam-bam, bam-bam, bam-bamb forever!
Oust strix owl also from swift-crossing ships. 
Repel it. The owl Strix should be dismissed.
.....
Oust the man who is superstitious
and believes in granny silly myths
boo! chicken-shit man! chestri-chestri-chestrigos you are!
I screech so as to find a mouse that eats your feta cheese!

το πρωτότυπο μας έρχεται μέσω του λατίνου ερανιστή Φέστου
σε φθαρμένο χωρίο και έχουν προταθεί διάφορα


Στρίγγ' ἀποπομπεῖν/(ἀποπέμπειν) νυκτιβόαν/(νυκτικόμαν)/(νυκτικορώνη), 
(τὰν) στρίγγ' ἀπὸ λαῶν,
ὄρνιν ἀνώνυμον/(ἀνωνύμιον)/(ἀνωνυμίαν), (στρίγγ') ὠκυπόρους ἐπὶ νῆας (ἐλαύνειν)

Τη στρίγγα να διώξουμε που βοά τη νύχτα, (τη νυχτοφύλακα, της νύχτας τη κουρούνα,)
τη στρίγγα μακριά απ' τους ανθρώπους
πουλί (κακόφημο/δυσώνυμο) ακατανόμαστο, διώξε πέρα τη στρίγγα στα γρήγορα πλοία


...Ζάρα που νύχτα μου στριγγάς απάνω από το χτήμα
α να χαθείς κακότυχο και να σε πάρ' το κύμα...


γλαῦξ ἵπταται καλός οιωνός ή ξεκουμπίστηκε;-)


αποσπασματικά έχουν διασωθεί και άλλοι παρόμοιοι απωθητικοί στίχοι


...Φεύγετε κανθαρίδες· λύκος ἄγριος ὕμμε διώκει...
λύκος εδώ είδος αράχνης ή καλιακούδας
....Φεῦγε, φεῦγε· κριθὴ σὲ διώκει....(το μάτιασμα)
...φεῦγε, φεῦγ', ἰοῦ χολὴ· ὁ κορύδαλλός σε ζητεῖ...
(Ηοοt-Hue! - Dodo)
Θα μπορούσε να λέει και στρίγγ' ἀποτροπεῖν ή ἀποσοβεῖν
Το αποπέμπω ως αποτρέπω (apotropaic magic) 

ἀλλὰ καὶ τῶν θεῶν τοὺς μὲν τῶν ἀγαθῶν αἰτίους ἡμῖν ὄντας Ὀλυμπίους προσαγορευομένους, τοὺς δ' ἐπὶ ταῖς συμφοραῖς καὶ ταῖς τιμωρίαις τεταγμένους δυσχερεστέρας τὰς ἐπωνυμίας ἔχοντας, καὶ τῶν μὲν καὶ τοὺς ἰδιώτας καὶ τὰς πόλεις καὶ νεὼς καὶ βωμοὺς ἱδρυμένους, τοὺς δ' οὔτ' ἐν ταῖς εὐχαῖς οὔτ' ἐν ταῖς θυσίαις τιμωμένους, ἀλλ' ἀποπομπὰς αὐτῶν ἡμᾶς ποιουμένους.

όπως και απ' τους θεούς όσοι μας είναι πρόξενοι αγαθών Ολύμπιους τους καλούμε, ενώ οι ταγμένοι σε συμφορές και τιμωρίες έχουν τις χειρότερες επωνυμίες, και για τους μεν ιδιωτικά και δημόσια ναοί και βωμοί ιδρύονται, ενώ οι άλλοι ούτε με προσευχές, ούτε με θυσίες τιμούνται, αλλ' εξορκισμούς εμείς τους κάνουμε. (Ισοκράτους Φίλιππος 117)

δειελινὴν τὴν δ' εἷλε κακὸς χλόος.
ἦλθε δὲ νοῦσος, αἶγας ἐς ἀγριάδας τὴν ἀποπεμπόμεθα,


το δειλινό την έπιασε κακή χλωμάδα.
και ήρθε αρρώστεια που ξορκίζουμε στ' αγριοκάτσικα
(Καλλιμάχου Αίτια 3.1.12)

Μυθολογικά η στρίγα ερμηνεύτηκε ως στύξ (μισητή) με την παρακάτω ιστορία: 


O Ιππόνους γιος του Τρίβαλλου από τη Θράκη παντρεύτηκε την Θράσσα, κόρη του Άρη και της νύμφης Τερείνης απ' τον Στρυμώνα. Έτσι γεννήθηκε η Πολυφόντη. Τούτη περιφρονώντας τα δώρα της Αφροδίτης ακολούθησε την Άρτεμη. Απ' τη ζήλεια της η θεά του Έρωτα της ενέπνευσε πόθο για μια αρκούδα. Οργισμένη η παρθένα θεά με το το ολίσθημα της ακολούθου της, πρόσταξε τα ζώα του δάσους να την κατασπαράξουν. Εκείνη όμως διέφυγε στου πατέρα της και γέννησε δύο αγόρια, τον Άγριο και τον Όρειο. Μεγαλώνοντας οι νέοι άρχισαν να καταβροχθίζουν περαστικούς. Μάνισε ο Δίας και έστειλε τον Ερμή να τους ξεπαστρέψει. Τους λυπήθηκε τότε ο παππούς Άρης και τους μεταμόρφωσε σε πουλιά....τον Όρειο, λαγόποδα, τον Άγριο, γύπα, την υπηρέτρια τους, δρυοκολάπτη.


καὶ ἐγένετο Πολυφόντη μὲν στὺξ φθεγγομένη νυκτὸς ἄτερ σίτου καὶ πότου, τὴν κεφαλὴν ἴσχουσα κάτω, τοὺς δὲ πόδας ἄκρους ἄνω, πολέμου καὶ στάσεως ἀνθρώποις ἄγγελος.

(Μεταμορφώσεων Συναγωγή 21 Αντωνίνου Λιμπεράλις που αντλεί απ' τη χαμένη Ορνιθογονία του Βοίου)
Συγκεντρωτικά το πουλί αναφέρεται με τα παρακάτω παρεμφερή ονόματα: 
στρίξ, στρίγξ, στλίξ, τρίγξ, στρίγλος (ή νυκτικόραξ) στύξ και φίξ. 
(Φίξ ήταν η Σφίγξ στα βοιωτικά, κακοδαίμονο φτερωτό ον και αυτό)

Για τους Λατίνους υπάρχει μία λέξη Strix-igis και πολλή μυθολογία. Ο Οβίδιος αμφιβάλλει αν οι στρίγγες ήταν πουλιά ή μάγισσες μεταμορφωμένες που τσιμπούν τα σωθικά των αφρόντιστων παιδιών...είναι αδηφάγες, με μεγάλο κεφάλι, βλοσυρά μάτια, σουβλερό ράμφος, υπόλευκα φτερά και γαμψά νύχια. O Φέστος τις αποκαλεί κακοποιές γυναίκες φτερωτές, maleficae mulieres volaticae. O ανθρωπολόγος Φρέιζερ τα ονομάζει πουλιά-βαμπίρ. Ο Σενέκας τις τοποθετεί στον Τάρταρο, ο Οράτιος επινοεί ερωτικό φίλτρο απ' τα φτερά τους. Κάποιοι τις ερμηνεύουν ως νυχτερίδες αλλά οι περισσότεροι ως κουκουβάγιες, όπως τον Bubo bubo ή την Tyto alba


Το αποτέλεσμα της ρωμαϊκής φαντασίας ήταν η strix να γίνει striga, μάγισσα, ιταλικά, stregaStregheria, Stregoneria μαγεία, ρουμάνικα Strigoi βρικόλακες, πολωνικά Strzyga,  αλβανικά shtrigë και ελληνικά στρίγγλα

Όλες αυτές οι δεισιδαιμονίες προέκυψαν απ' τον ενοχλητικό στριγγό/strident ήχο που έβγαζε το πουλί και την εμμονή του να στρίζει τη νύχτα πάνω απ' των ανθρώπων τα σπίτια. (Το ότι είναι πολυγαμικές δεν ξέρω αν εξηγεί τις νυχτιάτικες φωνές). Ταιριάζει λοιπόν η αρχαία στρίγγα να είναι η Tyto alba, που καλώς ονομάστηκε alba, λευκή αλλά όχι και τυτώ. Ορνιθολογικά, οι κουκουβάγιες, τα γλαυκόμορφα (strigiformes) κακώς διαιρέθηκαν σε Στριγγίδες (εδώ πάν και οι αυτιάρηδες μπούφοι) και Τυτωνίδες, οι ζάρες. Οι στριγγίδες κάνουν του-τχου και οι τυτωνίδες στρί-στρί. Ελπίζω να διορθωθεί αυτό το λάθος στο μέλλον. Contrary to its scientific name, Tyto alba does not hoot but screeches; if anything, typical or true owls, strigidae, hoot and do not screech.
((()))
Μοιάζει με το παγώνι, όσο πιό όμορφα φτερά έχει, τόσο πιό στριγγιά φωνή διαθέτει.  


Η πεπλόγλαυκα πρέπει να 'ναι μεταφραστικό δάνειο απ' το γερμανικό Schleiereule· δανικό slørugle, τουρκικό peçeli baykuş· περασμένο και σε άλλες γλώσσες

Οι Ισπανοί λογοτεχνικά την λεν: la dama blanca de la noche, λευκή κυρά της νύχτας, κυριολεκτικά lechuza, "γαλατερή/lechosa"...γαλάτω; γαλατόχρωμη; ενδεχόμενη ερμηνεία και αυτή αλλά επικρατούσα η υποτιθέμενη παραφθορά εκ του nochuza, lat. noctua/little owl και τον ισπανικό μύθο πως νύχτα η κουκουβάγια θήλαζε τα μωρά... (συνεκδοχικά και γυναίκα νυχτερινών ηθών). 

Το εξωτερικό χρώμα των φτερών της είχε δώσει το πρώτο επιστημονικό όνομα: Strix flammea φλογόχρωμη (της το πήρε ο μικρότερος ώτος ο φλογώδης), στα πολωνικά: płomykówka φλογισμένη κάργια (;) ενώ στα φριζικά, γλώσσα της Ολλανδίας: goudûle χρυσή κουκουβάγια. 

Στα ολλανδικά: kerkuil, κουκουβάγια της εκκλησίας, όπως και στα πορτογαλικά coruja das igrejas με συχνότερο όμως το coruja das torres, κουκουβάγια των πύργων. Πυργόγλαυκα λένε ακόμη στα σουηδικά tornuggla, νορβηγικά tårnugle,  φινλανδικά tornipöllö  και εσπεράντο turstrigo. Σε αυτή την κατηγορία "perching on a building" ανήκει και το αγγλικό barn owl (κ. του αχυρώνα) και το ἐγενήθην ὡσεὶ νυκτικόραξ ἐν οἰκοπέδῳ....που λέει ο ψαλμός του Δαβίδ.

Στα ιρλανδικά scréachóg reilige καρακάξα του νεκροταφείου ενω στα πορτογαλικά λένε επίσης rasga-mortalha σαβανοτόμα. 

Στα αλβανικά kukuvajka mjekroshe μουσάτη, στα ιταλικά barbagianni, μπαρμπαγιάννης από τα γένια (barba) που 'χει κάτω απ' τα πλευρά του ράμφους...εδώ  προσοχή μη δουλέψουν κανα Γιάννη οι Ιταλοί...σημαίνει ακόμα vecchio bisbetico γέρο μπισμπίκης  sciocco e noioso, χαζός και ανιαρός. (bisbetico εκ του αμφισβητικός...ο γερο γκρινιάρης). 

Από το σχήμα του προσώπου της στα φαροέζικα hjartaugla καρδιόγλαυκα, στα ελληνικά ανθρωποπούλι, που κάλλιστα θα μπορούσε να λέγεται και μαϊμουδοπούλι κατά το monkey-faced owl. Άλλα ονόματα: Ghost Owl, Death Owl, Hissing Owl, Hobgoblin Owl, Silver Owl, Rat Owl, Scritch Owl, Screech Owl, Straw Owl, Barnyard Owl, Delicate Owl. 


Μόνο στα ρουμάνικα τη λένε ακόμη strigă, ενώ στα σερβοκροάτικα кукувиjа, kukuvija, αποκλειστικά για την πεπλόγλαυκα. Κλαψοπούλι (crying owl) βρήκα μόνο στα ελληνικά. Το ζάρα προέρχεται είτε απ' τη ζαρωμένη μούρη της ή που μας κάνει να ζαρώνουμε απ' το φόβο μας. Αν έτσι πάει με το γαλλικό effraie....νασκιρτῶσα ὁσάκις ἔτριζε θύρα καὶ λιποθυμοῦσα ἄν γλαῦξ ἤ νυκτικόραξ ἔκρωζε τὴν νύκτα ἐπὶ τῆς στέγης τοῦ Βατικανοῦ....(Πάπισσα Ιωάννα)
...Στρὶξ ἵπταται!....
Φάσμα γλαυκὸς ὑπὲρ γαλῆν διαβαίνουσαν ἱπτάμενον
(...Η άσπρη κουκουβάγια βλογά σαν μαύρη γάτα...)

Γλαύξ (ἀττικιστὶ γλαῦξ) αυτή που έχοντας λαμπερά μάτια βλέπει τη νύχτα (glaring eyes, PIE *ghel-)


Σκώψ, (Scops, μπούφος) ο έχων σκωπτική όψη. (στα κρητικά σκλόπα, η κουκουβάγια).
ομοίως και ὦτος ή ὠτός (Otus, ο αυτιάς) ο μπούφος


Kουκουβάγια εκ της κικκάβης/κικκάμης, κικκαβάζω, κικαβαῦ το κουκουβάου) 

Bύας βύζει , Strix bubo buboeagle-owl, αετόμπουφος, αετοκουκουβάγια
Δίων Κάσσιος για του Αυγούστου το τέλος

Cuando el tecolote canta, el indio muere
Όταν η κουκουβάγια τραγουδά, ο ινδιάνος πεθαίνει
που λεν στο Μεξικό.
.........
Ζάρα γρικώ το κλάημα σου και το φτερούγιμα σου,
και τη κρυγιάδα αισθάνομαι του χάρου που κλουθά σου.

Ζάρα πούλι τση λύπησης πουλί δυστυχισμένο,
που σ' έχει ο χάρος μπιστικό φαμέγιο του βαλμένο.

Ζάρα πουλί τση σκοτεινιάς τση συφοράς ντελάλη,
το φοβερό σου μήνυμα πως θα τ' ακούσω πάλι

Ζάρα το μοιρολόι σου είναι κακό μαντάτο,
από τον Άδη και για ποιό να ‘ναι κοντό πεμπάτο

Ήρθε στο παραθύρι μου κι έκλαψε η Ζάρα πάλι,
κι έτοιμος είμαι συφορά ν' αποδεχτώ μεγάλη

Πες μου ποιά μοίρα σκοτεινή σ' έχει μπολιάσει Ζάρα,
να δίδεις με το κλάημα σου του χάρου τη τρομάρα

Ποιος ξέρει Ζάρα ήντα βαριά κατάρα σ' έχει πιάσει,
ν' ανοίγεις δρόμο του φονιά του χάρου να περάσει.(<<)


Πουλί μου απ' όνταν έφυγες ερήμαξε ο μπαξές μου
και μόνο ζάρες καθ' αργά κλαίνε στς αποστροφές μου

Ζάρα κλαψάρικο πουλί γιάντα σε λένε ζάρα
μήπως σ' αρέσει τ' όνομα γή 'ναι του θιού κατάρα; 
(Βασίλης Σκουλά 1976, δίσκος ονόματι Ζάρα )

Ζάρα το μοιρολόι σου εδά δεν με τρομάζει,
έτσι κι αλλιώς η φορεσιά η μαύρη δεν αλλάζει. (<<)

Έγινε ζάρα η σκέψη μου στην γειτονιά σου κλαίει
Μην φοβηθείς τον πόνο μου έρχεται και σου λέει(<<)


Καρδιά μου ποιός σε πλήγωσε κι είσαι παραπονιάρα
και στο μπαξέ σου καθ'αργά νεκρολαλεί μιά ζάρα (<<)

Όποιος αγάπη εθρήνησε αυτός καταλαβαίνει 
γιάντα η ζάρα καθ'αργά στο κλάημα τζη πλανταίνει. (<<)


Ζάρα κλαψάρικο πουλί σώπασε μη φωνάζεις
κι άλλη καρδιά επληγώθηκε κι εσύ γιατί στενάζεις (<<)


Μια ζάρα κλαίει κάθ’ αργά απάνω στο κελί μου,
φαίνεται εκοντοσίμωσε το τέλος τση ζωής μου (<<)


και εδικά μου


Ζάρα που νύχτα μου στριγγάς σαν την κακιά Κασσάνδρα
τάχα στο ράφι θα βρεθώ, θα ζήσω δίχως άντρα

Ζάρα που νύχτα μου στριγγάς να δω των αρχαγγέλω
προληφτικός δεν είμαι εγώ, τον ύπνο μου όμως θέλω

Ζάρα που νύχτα μου στριγγάς το ζάρι του θανάτου
σου παραδίδω το κορμί και ό,τι θέλεις καν' του

Ζάρα που νύχτα μου στριγγάς με φόβο να ζαρώσω
εγώ γυρίζω τα στενά να δω ποιά θα ανταμώσω

Ζάρα που νύχτα μου στριγγάς απάνω από το σπίτι
εγώ 'μαι ακόμα αζωντανός και τραγουδώ στο δίχτυ


Ζάρα που νύχτα μας στριγγάς απάνω απ' το μνημόνι
είμαστε ακόμα ζωντανοί, δεν βάρεσε κανόνι

Υ.Γ.
θαλαττία δὲ γλαῦξ ᾄδουσα χειμῶνος μὲν εὐδίαν σημαίνει, εὐδίας δὲ χειμῶνα.
η θαλασσινή κουκουβάγια αν τραγουδήσει στην κακοκαιρία καλοκαιριά σημαίνει
αν μέσα στον καλό καιρό, κακοκαιριά θα φέρει.
(Θεόφραστος περί σημείων)

μια θαλασσόγλαυκα λοιπόν το χειμώνα να μας κράξει
τώρα που μάθαμε το κουκουβάου στ' αγγλικά
να ξεπορτίσουμε :-)

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Ου μοι μελει τα Γυγεω (Ανακρεοντειο)




Oὔ μοι μέλει τὰ Γύγεω,
τοῦ Σαρδίων ἄνακτος,
οὔθαἱρέει με χρυσός,
οὐκ αἰνέω τυράννους:
ἐμοὶ μέλει ἔρωτι
καταστέφειν τὴν ψυχὴν
ἐμοὶ μέλει πώμασιν
καταβρέχειν λάρυγγα.
τὸ σήμερον μέλει μοι
τὸ δ᾽ αὔριον τίς οἶδεν;


Δε με νοιάζει του Γύγη
το χρυσό δαχτυλίδι
Δε μ' ορίζει το χρήμα
δεν δοξάζω τυράννους.
Εμένα με νοιάζει 
την αγάπη μου να 'χω. 
Εμένα με μέλει
το κρασί μου να πίνω.
Το σήμερα ζω
το αύριο ποιός ξέρει;


το διασκευασθέν,
της Παλατινής και τ' ανακρεόντειο No.8 παραδοθέν

Οὔ μοι μέλει τὰ Γύγεω Δε με νοιάζουν του Γύγη τα καλά
τοῦ Σαρδίων ἄνακτος, στις Σάρδεις που 'ταν βασιλιάς
οὐδ’ εἷλέ πώ με ζῆλος, δε με κυρίεψ' ως τώρα φθόνος
οὐδὲ φθονῶ τυράννοις. μήτε τυράννους ζηλεύω
ἐμοὶ μέλει μύροισιν εμένα με μέλει με μύρα
καταβρέχειν ὑπήνην, να βρέχω το μούσι
ἐμοὶ μέλει ῥόδοισιν εμένα με μέλει με ρόδα
καταστέφειν κάρηνα· να στέφω κεφάλια
τὸ σήμερον μέλει μοι, το σήμερα με μέλει
τὸ δ’ αὔριον τίς οἶδεν; το αύριο ποιός ξέρει;
ὡς οὖν ἔτ’ εὔδι’ ἔστιν, όσο λοιπόν είν' ακόμα λιακάδα,
καὶ πῖνε καὶ κύβευε και πότους πίνε και ζάρια παίζε
καὶ σπένδε τῷ Λυαίῳ, και κάνε στον Διόνυσο σπονδές
μὴ νοῦσος ἤν τις ἔλθῃ μή τυχόν αρρώστεια αν έρθει
λέγῃ σε μὴ δεῖ πίνειν. πει πως δεν πρέπει να πίνεις


The gold of Gyges I despise
Nor wealth I ask, nor sceptres prize
But riches leave and such vain things
To the low aim and pride of kings
Perfume and rose are my care
To smooth my beard and crown my hair
My maxim is to sport today
what comes tomorrow who can say?
Then, while the hour serenely shines
Toss the gay die, and quaff the wines
But ever in the genial tour
To Bacchus gay libations pour
lest sickness should approach annoying
You, taste no more the cup of joy!

(Translation by  John B. Roche with few changes of mine)


Το ποίημα ανήκει στα μεταγενέστερα ανακρεόντεια λαϊκά άσματα που μιμούνται το ύφος του  Ανακρέοντα (6ος αι.π.Χ). αλλ' ο ανακρεοντίζων διασκευαστής παίρνει την αρχική ιδέα από τον Αρχίλοχο (7ος αι. π.Χ)


οὔ μοι τὰ Γύγεω τοῦ πολυχρύσου μέλει,
οὐδ΄εἷλέ πώ με ζῆλος͵ οὐδ΄ἀγαίομαι θεῶν ἔργα,
μεγάλης δ΄ οὐκ ἐρέω τυραννίδος·
ἀπόπροθεν γάρ ἐστιν ὀφθαλμῶν ἐμῶν.

Δε με νοιάζουν τα αγαθά του πολύχρυσου Γύγη.
Ούτε ποτέ μεχρι τώρα με κατέλαβε φθόνος.
Ούτ' αγανακτώ με τα έργα των θεών.
Ούτ' επιθυμώ τη μεγάλη εξουσία.
Είναι μακριά απ’ τα μάτια μου.


Η άρνηση των αγαθών του Γύγη σημαίνει εκτός από "δε μ' ενδιαφέρει να κυβερνήσω και να πλουτήσω", "δεν με νοιάζει και να αδικήσω με το να γίνω αόρατος" κατά τον πλατωνικό μύθο. Βαριά κουβέντα να την πεί κανείς (;)....ο Αρχίλοχος λέει βέβαια τί αρνείται αλλά κρύβει ή υπονοεί τα "μελήματα ζωής" που προτείνει· έτσι μισό εμπνέει και χριστιανό ασκητή. Ένα αρνητικό παρόμοιο διαθέτει και ο αυθεντικός Ανακρέων.


ἐγὼ δ' οὔτ' ἂν Ἀμαλθίης
βουλοίμην κέρας οὔτ' ἔτεα
πεντήκοντά τε κἀκατὸν
Ταρτησσοῦ βασιλεῦσαι

μα 'γώ ούτε Αμάλθειας
θα ήθελα το κέρατο
ούτε και εκατόν πενήντα χρόνια
στην Ταρτησσό να βασιλεύω


Ο μακρόβιος Αργανθώνιος είναι τίτλος ή όνομα δυναστείας κοντά στο Γιβραλτάρ που μπέρδεψε τους Έλληνες και νόμισαν πως κυβέρνησε 80 και έζησε, λέει, 120 ή 150 χρόνια. Και ο Παπανδρέου τώρα μπαίνει στα 124...:-) Για τον Αργανθώνιο ο Ανακρέων έμαθε μάλλον στην αυλή του Πολυκράτη,  απ' όπου ο Σάμιος έμπορος Κωλαίος, ένα αιώνα πριν, κατά τον Ηρόδοτο, έγινε ο πρώτος Έλληνας που έφτασε στην Ταρτησσό. 
Εκτός από την περίοδο της ζωής του στη γενέθλια Τέω και τα Άβδηρα, ο Ανακρέων έζησε, σε αντίθεση με τον αυτόνομο Αρχίλοχο, ως αυλικός ποιητής, δίπλα στον Πολυκράτη, τους Πεισιστρατίδες και τους Αλευάδες. Για αυτό και λίγο δύσκολο να έψαλε τη φράση "ουκ αινέω τυράννους", αν και τίποτα δεν αποκλείεται. Ο Στοβαίος ιστορεί πως όταν ο Πολυκράτης δώρισε στον Ανακρέοντα πέντε χρυσά τάλαντα, ο ποιητής, άυπνος δυο μερόνυχτα, απάντησε στον τύραννο: "Μισώ το δώρο που με κάνει να χάνω τον ύπνο μου". Η φήμη του απλώθηκε υπεράνω κομμάτων, φίλος όντας και του δημοκράτη Ξάνθιππου, πατέρα του Περικλή, οι Αθηναίοι του 'καναν και άγαλμα στην Ακρόπολη. Ο γεωγράφος Παυσανίας (1.25.1) αναφέρει:
ἔστι δὲ ἐν τῇ Ἀθηναίων ἀκροπόλει καὶ Περικλῆς ὁ Ξανθίππου καὶ αὐτὸς Ξάνθιππος, ὃς ἐναυμάχησεν ἐπὶ Μυκάλῃ Μήδοις. ἀλλ᾽ ὁ μὲν Περικλέους ἀνδριὰς ἑτέρωθι ἀνάκειται, τοῦ δὲ Ξανθίππου πλησίον ἕστηκεν Ἀνακρέων ὁ Τήιος, πρῶτος μετὰ Σαπφὼ τὴν Λεσβίαν τὰ πολλὰ ὧν ἔγραψεν ἐρωτικὰ ποιήσας· καί οἱ τὸ σχῆμά ἐστιν οἷον ᾄδοντος ἂν ἐν μέθῃ γένοιτο ἀνθρώπου.
(Να ξαναγίνει το άγαλμα στην Ακρόπολη του  Μεθυσμένου Τραγουδιστή) 


και ένα Ανωνύμο παρόμοιο από την Παλατινή Ανθολογία
πῖνε καὶ εὐφραίνου: τί γάρ αὔριον, ἢ τί τὸ μέλλον,
οὐδεὶς γινώσκει. μὴ τρέχε, μὴ κοπία,
ὡς δύνασαι, χάρισαι, μετάδος, φάγε, θνητὰ λογίζου:
τὸ ζῆν τοῦ μὴ ζῆν οὐδὲν ὅλως ἀπέχει.
πᾶς ὁ βίος τοιόσδε, ῥοπὴν μόνον ἂν προλάβῃ τις,
ἂν δὲ θάνῃς, ἑτέρου πάντα, σὺ δ᾽ οὐδὲν ἔχεις. 


και μια μαντινάδα
Δόξες και πλούτη στη ζωή καρφιά 'ναι στο κορμί μας. 
Μόνο στο γλέντι, στο χορό θα βρει χαρά η ψυχή μας
(ή σεβντά ή κρασί)